Χωρίς τελείες


Ένας αληθινός αντιστασιακός

2015-10-11 17:47

Η Μπάγερν Μονάχου είναι η απόλυτη δύναμη στον γερμανικό αθλητισμό. Θα μπορούσε να είναι τυχαία η άνοδος της ομάδας από τα μέσα της δεκαετίας του ’60, αλλά δεν ήταν. Αυτήν τη στιγμή έχει κεκτημένα 25 πρωταθλήματα Γερμανίας, αλλά το εκπληκτικό είναι ότι μέχρι το 1968 είχε κατακτήσει 1. Μόνο τη χρονιά 1931-32, όταν η Γερμανία ήταν ακόμα σε στάχτες, ένα χρόνο πριν τις εκλογές εκείνες που έγιναν για να λάβει το χρίσμα ο Αδόλφος Χίτλερ. Σε όλο τον 20ο αιώνα η Γερμανία μοιάζει να βρίσκεται σε σήψη. Πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, για 15 χρόνια μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, για σχεδόν 30 χρόνια μετά τη λήξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, μέχρι το 1990, που έπεσε το τείχος. Η Μπάγερν έχει κατακτήσει 24 πρωταθλήματα τα τελευταία 46 χρόνια, που σημαίνει πάνω από 1 κάθε 2 χρόνια. Για προηγμένη ποδοσφαιρική κοινωνία, ένα απίστευτο ποσοστό.

Δεν ήταν προϊόν τύχης. Ουσιαστικά,  αν και η ζωή και ειδικά η ζωή στα σπορ είναι καλύτερη από συνωμοσιολογίες, η δυναστεία της Μπάγερν προέκυψε από το χτίσιμο του τείχους.

Από το 1961, που οι Ρώσοι αποφάσισαν να χωρίσουν το Βερολίνο στη μέση, οι Γερμανοί έζησαν σε άρνηση. Μέχρι και μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’60 δεν μπορούσαν να αποφασίσουν ότι αυτό το προσωρινό συστατικό μήκους 42 χιλιομέτρων χώριζε το κράτος στα δύο. Όταν, τελικώς, το αποφάσισαν, οι διανοούμενοι πένθησαν για τα καλά. Δύο από τα μεγαλύτερα πνευματικά κέντρα στην Ευρώπη, η Λειψία και η Βαϊμάρη, βρέθηκαν στην Ανατολική Γερμανία. O Σίλερ και ο Γκαίτε (μαζί και ο Βέρθερος με τον Φάουστ) πέθαναν στη Βαϊμάρη. Η χώρα έχασε εδάφη. Κάποια πήγαν στην Πολωνία και κάποια στη Ρωσία. Στη Δυτική Γερμανία απέμεινε η Βαυαρία. Αλλά η ιστορία της ήταν κουτσή.

Η Μπάγερν και η μπύρα έγιναν τα εξαγώγιμα προϊόντα της. Η Γερμανία, πριν τη δεκαετία του ’60, δεν είχε καν σοβαρό ποδόσφαιρο. Τώρα ο τελικός του 1954 στη Βέρνη μοιάζει με ένα ματς που είχε συνοχή, αλλά τότε ήταν έκπληξη μεγατόνων. Η Γερμανία δεν έπρεπε να βρίσκεται καν στον τελικό, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις. Το Αυστρία-Ουγγαρία ήταν το ματς που πρόσμεναν όλοι. Με αυτήν την πρόταση μπορεί κάποιος να κατανοήσει το μέγεθος της διαφοράς που είχε η Ευρώπη 60 χρόνια πριν. Προφανώς, ο ρους δεν σταματά.

Η Μπάγερν έγινε σπουδαία δύναμη επειδή η Δυτική Γερμανία στράφηκε στη Βαυαρία. Ήταν, ας πούμε, μαζί με το βόρειο κομμάτι, το μόνο που είχε. Από όλους τους πραγματικά σπουδαίους πνευματικούς Γερμανούς ποδοσφαιριστές στην ιστορία, από εκείνους, δηλαδή, που η λογική της ζωής του δεν υπαγόταν στο Γ’ Ράιχ (ήταν ο λόγος που ο Βίλφριντ Νίτσε σταμάτησε να λατρεύει τον Ρίχαρντ Βάγκνερ, αυτή η στροφή στην αρτηριοσκλήρωση), ελάχιστοι ήταν εκείνοι που γλίτωσαν την Μπάγερν. Ο σπουδαίος Γκίντερ Νέτσερ. Ο Πάουλ Μπράιτνερ, μαοϊκός, δεν το γλίτωσε. Το ίδιο δεν το γλίτωσε ο Στέφαν Έφενμπεργκ, που σταμάτησε το 1994 από την εθνική ομάδα επειδή έκανε κωλοδάχτυλο στους Γερμανούς που βρέθηκαν στις κερκίδες κατά τη διάρκεια του Μουντιάλ. Το ίδιο συνέβη, ευτυχώς και δυστυχώς, με τον αγαπημένο μου Γερμανό ποδοσφαιριστή, τον Μάριο Μπάσλερ. Ευτυχώς, διότι αν δεν έπαιζε στην Μπάγερν δεν θα τον γνώριζα, δυστυχώς επειδή έχει στο βιογραφικό του μία τριετία με την καθεστωτική ομάδα της χώρας. Ωστόσο, προηγμένη κοινωνία είναι εκείνη που οι καταστάσεις δεν προέρχονται από συζητήσεις σε σκοτεινά δωμάτια και που ο καλύτερος διαπρέπει. Ο Μπερντ Σούστερ το γλίτωσε, κυρίως επειδή έπαιξε στην Ισπανία από το 1980 έως το 1990. Προς το παρόν, την έχουν γλιτώσει ο Μάρκο Ρόις και ο Γιούλιαν Ντράξλερ. Αλλά βλέπουμε. Όποιον θέλει η Μπάγερν, τον παίρνει.

Το ίδιο συνέβη με προπονητές. Ο τεράστιος Ούντο Λάτεκ δεν το γλίτωσε. Το ίδιο και ο Ότο Ρεχάγκελ, έστω και για μία χρονιά. Μόνο ο γίγαντας Χένες Βαϊσβάιλερ, ο μάγος της Βεστφαλίας και της υπέροχης Μπορούσια Μένχενγκλαντμαχ, δεν ανέλαβε την Μπάγερν. Και, με σιγουριά, μπορούμε να πούμε ότι το ίδιο θα συμβεί και με τον Γίργκεν Κλοπ.

Δεν ξέρω για ποιον λόγο, μετά το σκάνδαλο της Volkswagen, το κατόπι με ρίχνει συνεχώς πάνω στους Γερμανούς. Ίσως επειδή συμβαίνουν πράγματα. Ο μέγας Γκερντ Μίλερ έπαθε αλτσχάιμερ. Τώρα, μπορεί κάποιος να πει ότι αυτός ο τρομακτικός φορ ήταν απλώς ένας γκολτζής, αλλά δύο βίντεο που είδα τώρα τελευταία λένε την αλήθεια κάπως διαφορετικά: το πρώτο δείχνει τα γκολ της Μπάγερν στον επαναληπτικό τελικό με την Ατλέτικο Μαδρίτης το 1974 και το τρίτο γκολ (και δεύτερο προσωπικό του) είναι μια μαγευτική λόμπα, ένα από τα 10 κορυφαία αναμφισβήτητα σε τελικούς Κυπέλλου Πρωταθλητριών, κάτω από εκείνα του Ζιντάν το 2002 και του Σαβίτσεβιτς το 1994, αλλά πάνω από το γκολ του Ρίκεν το 1997, του Ντελ Πιέρο στον ίδιο τελικό και το τακουνάκι του Ζουαρί το 1987. Το δεύτερο δείχνει το τελευταίο γκολ του Γκίντερ Νέτσερ με την εθνική ομάδα, σε φιλικό με την Ελβετία στο Ντίσελντορφ, στις 15 Νοεμβρίου του 1972, όταν ο «μπόμπερ» του έδωσε την ασίστ με καταπληκτικό τακουνάκι.

Για να ορίσεις μία αντιπάθεια, πρέπει να υπάρχει ένα σημείο συμπάθειας*. Είναι νευτονικό. Αν αντιπαθείς τους Γερμανούς και τη σπαρτιάτικη μη ανοχή προς την ανθρώπινη ευαισθησία- την οποία θεωρούν αναπηρία, δεν είναι τυχαίο που σε αυτό το ευρύ (και αυτό συνιστά υποτίμηση) φάσμα του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού η Σπάρτη δεν έχει προσφέρει, διότι οι Σπαρτιάτες σκότωναν τα παιδιά που δεν είχαν έφεση στον πόλεμο- μπορείς να συμπαθείς τον Φριτς Λανγκ ή να απολαμβάνεις τον απίθανο Μπρούνο Γκανζ στις ταινίες του Βιμ Βέντερς, με την ίδια λογική που αν αντιπαθείς τις ΗΠΑ λογικά συμπαθείς τον Τόμας Πίντσον, τον Τομ Ρόμπινς, τον Χένρι Μίλερ και τον Τζακ Κέρουακ. Ο Γίργκεν Κλοπ δεν είναι μόνο ο αγαπημένος μου Γερμανός: είναι ο μόνος προπονητής που χώρεσε στη συζήτηση που είχαμε εν μέσω ταβέρνας με τον Αντώνη για τους ανθρώπους του αθλητισμού που άνετα θα βγαίναμε ένα βράδυ μαζί τους με την προοπτική να φάμε του σκασμού και να πιούμε έως προκλητικής μέθης. Συζήτηση που έγινε πριν ένα χρόνο.

*Εξαιρούνται οι ταρίφες. Τις προάλλες μία γνωστή μάς έλεγε πώς ένας ταρίφας τσακίστηκε να την εξυπηρετήσει, αλλά έχει ωραίο κώλο. Δεν μετράει.  

Το να γίνει ο Κλοπ προπονητής στη Λίβερπουλ, είναι ένα ζευγάρωμα που μοιάζει απλώς αρμονικό, άτακτο, ένας ρομαντικός επιστήμονας που γράφει στίχους σε ένα σωλήνα. Ο Κλοπ είναι ο μόνος Γερμανός τα τελευταία 20 χρόνια που αποδεδειγμένα απέρριψε την Μπάγερν, για να βρεθεί στην μόνη ομάδα στον κόσμο που στην πραγματικότητα είναι κίνημα: ο Νίκος Γέμελος μού είπε πέρυσι ότι και ο Ολυμπιακός είναι κίνημα, σε ό,τι αφορά τον κόσμο του. Θα πρέπει να συμφωνήσω, αλλά μέχρι ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, διότι δεν μπορώ να το αποδεχθώ για τους σύγχρονους καιρούς.

Το γεγονός ότι ήρθε ο Κλοπ στη Λίβερπουλ είναι σαν να έχει κάνει ο Γκάι Ρίτσι ταινία για τον Σωκράτη. Σαν να γράφει ο Πλάτωνας για τη Μόνικα Μπελούτσι καπνίζοντας μαριχουάνα. Σαν να ζωγραφίζει ο Βίνσεντ βαν Γκογκ την κοιλιά μου. Είναι παρανοϊκά υπέροχο. Δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί, αλλά για πολύ λίγο, την ημέρα της συνέντευξης Τύπου, ένιωσα τη Λίβερπουλ ως αυτό που πραγματικά είναι: μία μεσαία ομάδα της Αγγλίας με πιθανότητες ανάκαμψης. Μέχρι τότε, την αισθανόμουν- στα 0-2 με τη Γουέστ Χαμ και τα 1-6 με τη Σάντερλαντ- ως την κορυφαία ομάδα στον κόσμο, τον απόλυτο ποδοσφαιρικό σύλλογο. Το διαμέτρημα και η φωτεινότητα του θαυμάσιου «Κλόπο» πήρε κάτι από το δικό της ποδοσφαιρικό φως. Αν πάω 50 χρονών και δεν είναι ακόμα προπονητής στη Λίβερπουλ, ο κόσμος θα έχει αποτύχει.

—————

Πίσω