Χωρίς τελείες


Η ποπ κουλτούρα του Ντέιβιντ Μπέκαμ

2015-11-23 03:14

Το περιοδικό «People» απονέμει, κάθε χρόνο, το βραβείο «The sexiest man alive». Αυτή η διαδικασία, πλέον, αποτελεί παράδοση, διότι συμβαίνει από το 1985, δηλαδή εδώ και 30 χρόνια. Όταν κάποιος θεσμός προσπερνά το 1/4 του αιώνα, πρέπει να λογίζεται ως παραδοσιακός. Πρώτος νικητής ήταν ο Μελ Γκίμπσον, το 1985. Και τελευταίος, ο σπουδαίος Ντέιβιντ Μπέκαμ.

Όποτε τυχαίνω μπροστά σε μία συζήτηση για σπουδαίους επιστήμονες, μεγάλα μυαλά, οι οποίοι δεν τυγχάνουν της αναγνώρισης που παίρνουν οι διασημότητες των «πολιτιστικών διαστάσεων», θυμάμαι εκείνη την ατάκα από το «Big Bang Theory», που είπε η Πένι στον Σέλντον: «Οι σταρ του κινηματογράφου είναι ανώτεροι από τους επιστήμονες. Δεν μπορώ να στο εξηγήσω, αλλά είναι». Προφανώς, τούτο συνέβη σε ένα κωμικό πλαίσιο, ωστόσο έχει την ουσία μίας αλήθειας που αποτελεί υποχρέωση να συμβαίνει στον καπιταλιστικό κόσμο. Οι άνθρωποι που πρωταγωνιστούν στα θεάματα ανέκαθεν πληρωνόντουσαν πιο αδρά από τους πυρηνικούς φυσικούς. Ήταν τόσο φυσιολογικό, όσο το να πληρώνονται οι άντρες περισσότερο από τις γυναίκες στις ταινίες, τουλάχιστον αν εξαιρεθεί η περίπτωση της Τζούλια Ρόμπερτς, η οποία φυσικά υπάγεται στην κατηγορία του φαινομένου. Ακριβώς όπως και ο, πιονέρος της ποπ κουλτούρας στο ποδόσφαιρο, Ντέιβιντ Μπέκαμ.

Στα 40 του, ο «Μπεκς» κέρδισε για πρώτη φορά το συγκεκριμένο τίτλο, κυρίως για να αποδειχθεί ότι κάθε θεσμός έχει την ιδιοτέλειά του. Για δεύτερη φορά έχουν επικρατήσει ο Ρίτσαρντ Γκιρ, ο Μπραντ Πιτ, ο Τζορτζ Κλούνεϊ και ο Τζόνι Ντεπ. Τα κριτήρια που ψηφίζουν οι αναγνώστες είναι, προφανώς, κάποια ταινία ή μία μεγάλη είδηση που φέρνει το πρόσωπο στην επιφάνεια, παρ’ όλα αυτά μπορεί να μην αποτελούν και κάτι άλλο παρά μία ετεροχρονισμένη βράβευση.

Πρώτος ποδοσφαιριστής που ουσιαστικά έκανε τον κλάδο του μέρος της ποπ κουλτούρας ήταν ο Τζορτζ Μπεστ. Θα μπορούσε να είναι ο Γκαρίντσα, ο οποίος αγαπούσε πολύ το ποτό και παράτησε τη γυναίκα του και τα 8 παιδιά του για χάρη μιας χορεύτριας, αλλά εδώ πρόκειται για το μέρος της εξωτερικής εμφάνισης που καθιστά αδύνατον να τον βάλεις στην εξίσωση. Όλα αυτά τα χρόνια οι Βραζιλιάνοι είναι οι Θεοί της μπάλας, όμως ουδείς εξ αυτών έγινε ποπ σταρ. Στην καλύτερη περίπτωση, εκείνη του Ροναλντίνιο, το μόνο ταίριασμα είναι τα μπουζούκια. Ο Μπεστ είχε σαμπάνιες, έβγαινε με Μις Κόσμος, ήταν μαστ για γυναίκες που έψαχναν per mare per terram τον τρόπο για να βρουν δημοσιότητα. Ωστόσο, πέρα από όμορφος, ο Μπεστ ήταν και αλκοολικός. Και το πρόβλημα είναι ότι όταν η δημόσια ροπή προς την καταστροφή σταματά να αποτελεί το κομμάτι ενός ρόλου, η αντίστροφη μέτρηση βρίσκει σχεδόν μηδέν ανθρώπους να ενδιαφέρονται για την υγεία σου.

Ωστόσο, ο Ντέιβιντ Μπέκαμ αποδείχθηκε πολύ πιο έξυπνος. Τόσο που, στα 40 του, με ένα φρέσκο πρόσωπο και μία ιδεατή οικογένεια, να ψηφιστεί από το περιοδικό People, το περιοδικό που έχει τα δικαιώματα, πιο σέξι άνδρας εν ζωή για το 2015. Και υπήρχαν πολλά για να συμβεί αυτό.

Πριν από περίπου δύο μήνες, κατά τη διάρκεια της προβολής του «Dark Knight Rises» σε στριμ, ο φίλος μου ο Μάνος έκανε μία περίφημη ανάλυση που αφορούσε στις εγγενείς διαφορές του Κριστιάνο Ρονάλντο με τον Λίο Μέσι, οι οποίες δεν ήταν αγωνιστικές. Ξεκίνησε την αφήγηση, λέγοντας ότι ο πρώτος Ευρωπαίος παίκτης που γέμισε το σώμα του με τατουάζ, στα μέσα της δεκαετίας του ’90, ήταν ο Ντέιβιντ Μπέκαμ και αυτό ήταν πρωτόγνωρο. Η πληροφορία, που περισσότερο έμοιαζε με την αρχή μίας θεωρίας, δεν ήταν ακριβής, αλλά ο Μπέκαμ σίγουρα έκανε κάτι που δεν ήταν συχνό. Ο Κριστιάνο Ρονάλντο ήταν αρκετά έξυπνος για να μην κάνει τατουάζ, σε αντίθεση με τον Μέσι, ο οποίος προσφάτως «χτύπησε» ένα. Του εξήγησα ότι ο Μέσι αγαπάει πολύ περισσότερο το ποδόσφαιρο από τον Κριστιάνο- αν και πανθομολογουμένως ουδείς έχει κάνει περισσότερη προπόνηση από τον Πορτογάλο. Αυτή η εμμονή του Μέσι με το ποδόσφαιρο, μέσα στο κλουβί της Καταλονίας, δεν του επέτρεψε να απολαύσει το σταριλίκι νωρίτερα. Όταν ο Μπέκαμ βάραγε τατουάζ, πάντως, ως ενδεχομένως ο πιο όμορφος Βρετανός όλων των εποχών, δεν το έκανε κάποιος τουλάχιστον στον δυτικό κόσμο.

Η δημοφιλία του Μπέκαμ δεν είχε σχέση με το ποτό, όπως συνέβαινε στην περίπτωση του Μπεστ. Το θέμα με τον παίκτη που είχε την κατά τη γνώμη μου ακριβέστερη μπαλιά όλων των εποχών σε οποιαδήποτε απόσταση, ήταν ότι επρόκειτο για lad. Έτσι, ας πούμε, αποκαλούνται οι οπαδοί στην Αγγλία. Ο Μπέκαμ ήταν φανατικός και ήταν παικταράς. Έχουν να λένε, όσοι βρέθηκαν τότε στη Ριζούπολη το 2001 για το ματς με τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, για το πόσο εντυπωσιακός ήταν ως φουλ μπακ χαφ στην αναμέτρηση. Έπαιζε με τον τρόπο που έπαιζε η αληταρία και ήταν τόσο γαμάτος συμπαίκτης ώστε σε ένα αφιέρωμα στην κόντρα του Πατρίκ Βιεϊρά με τον Ρόι Κιν, ο δεύτερος, ειλικρινής όσο δεν πάει, απαίτησε να μπει στην κορυφαία ενδεκάδα και των δύο ομάδων, τη στιγμή που άφησε εκτός τον Ράιαν Γκιγκς. Ο Μπέκαμ συμβόλιζε τη δυναστεία της Γιουνάιτεντ του Σερ Άλεξ με διαφορετικό τρόπο από εκείνον που τον έκανε ο Καντονά, αλλά με την ίδια εμβέλεια. Και αυτό που εκτιμά ο Ρόι, είναι ότι δεν δίσταζε να σταθεί μπροστά στον «Φέργκι» χωρίς να φοβάται (όπως, άλλωστε, απέδειξε και το σκηνικό με το παπούτσι, κάποτε στο Τέξας). Αργότερα ακούστηκε ότι εφοδιάζεται με κρέμες νεότητας, προσώπου και τα λοιπά, για να μη γεράσει, αλλά, όπως και να το κάνουμε, βρίσκω εντυπωσιακή την αντίθεση. Είναι ο Έλβις του ποδοσφαίρου και δεν ξέρω αν θυμάται κάποιος τα ρεπορτάζ από την Ιαπωνία και την Κορέα το 2002, στο Μουντιάλ, που την περισσότερη δουλειά έξω από τα γήπεδα είχαν οι κομμωτές και που δεκάδες χιλιάδες παιδιά και ενήλικοι ήθελαν να κάνουν στο μαλλί τους τη μοϊκάνα του Μπέκαμ. Κατά τη γνώμη μου, δεν έχει υπάρξει ξανά κάτι παρόμοιο, πλην του Έλβις, αλλά και πάλι, στην περίπτωση του δεύτερου η μίμηση από τύπους που θα έκαναν σόου σε σκηνές- αφού ξυλεύθηκαν το «ο Έλβις ζει», μία από τις πιο γνωστές θεωρίες συνωμοσίας όλων των εποχών- αφαιρεί κάτι από την αληθινή έννοια της μανίας, που είχε πιάσει τους ανθρώπους σε μία άλλη ήπειρο η οποία υποτίθεται ότι δεν θα έπρεπε να ασχολείται με τέτοια ζητήματα, που έμοιαζαν ακατανόητα.

Ο Μπέκαμ είναι άφυλος καλλονός, επηρεάζει άνδρες και γυναίκες και για αυτό ό,τι έκανε γινόταν κατευθείαν μόδα, ακόμα και αν περνούσε υπό το πρίσμα των συντηρητικών, που αλυχτούσαν για την υποτιθέμενη σεξουαλική ιδιαιτερότητά του. Ήταν ένας σπουδαίος lad και είναι ένας κύριος πρώτης γραμμής, που έδωσε τη μεγαλύτερη δυνατή βοήθεια στην Αγγλία για να πάρει τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2012. Υποθέτω ότι μέσα σε μία πενταετία θα έχει γίνει Σερ και όχι επειδή έχει παντρευτεί εδώ και χρόνια μία Posh Spice, της ίδιας εθνικότητας, εκείνης, δηλαδή που είναι τόσο ευάλωτη στον Τύπο, ο οποίος μπορεί να σου κάνει ανομολόγητη ζημιά.

Ο Μπέκαμ είναι η ιστορία του αγγλικού ποδοσφαίρου τα τελευταία 17 χρόνια. Από τότε που οι Άγγλοι βίωσαν την ανείπωτη τραγωδία με την αποβολή του στο σκηνικό με τον Ντιέγκο Σιμεόνε στο ματς της φάσης των «16» του 1998, μέχρι το χαμένο πέναλτι στα προκριματικά με την Τουρκία, το γκολ με την Ελλάδα και τον τραυματισμό του με τους Πορτογάλους το 2006, όταν και έκλαψε γοηρά στον πάγκο και, εν τέλει, την αλλαγή του ως παίκτη της Παρί Σεν Ζερμέν στο τελευταίο παιχνίδι του το 2013, ο τύπος κατάφερνε να είναι από πολύ τίμιος έως αξιοπρεπής στο γήπεδο (με την απαραίτητη δόση γκάφας που ευχαριστιόμαστε να διαπιστώνουμε ότι το αγγλικό DNA δεν έχει ξεφορτωθεί) και ταυτοχρόνως να κάνει όλες αυτές τις διαφημίσεις και τα σχετικά, να τον ζητάνε οι χορηγοί. Δεν έχει υπάρξει ποπ είδωλο ποδοσφαιρικό σαν τον Ντέιβιντ Μπέκαμ, που ταυτοχρόνως να έχει τίτλους, διακρίσεις και να έχει παίξει στη Ρεάλ Μαδρίτης συμπαίκτης με τον Ζιντάν, τον Ραούλ, τον Φίγκο και τον Ρονάλντο, μία ομάδα η οποία δεν ήταν προορισμένη να νικήσει τίτλους αλλά απλώς να υπάρχει ως σούπερ νόβα στο ποδοσφαιρικό γίγνεσθαι, με το παρατσούκλι «γκαλάκτικος» να είναι από τα πιο ταιριαστά όλων των εποχών.

Κάντε, για πλάκα, ένα πείραμα, googlaρετε τις εικόνες του. Για να βρεις ποδοσφαιρική εικόνα, πρέπει να πληκτρολογήσεις συγκεκριμένα αυτό που θέλεις, διότι χάνεσαι από τις αναρτήσεις που αποτυπώνουν το ενδυματολογικό στυλ του μαζί, φυσικά, με την απαραίτητη οργή για αυτό το απίθανο πρόσωπο που αποτελεί ωδή στη συμμετρία. Για αυτό, άλλωστε, θέλεις να το χτυπήσεις. 

—————

Πίσω