Χωρίς τελείες


Ωδή στη ματαιοδοξία

2015-10-02 04:49

Υπάρχουν φωτογραφίες στο δωμάτιό μου, κωδικοί στη διαδικτυακή δραστηριότητά μου. Κάτι που με συνοδεύει, κάποιες φορές το αισθάνομαι και άλλες με συνοδεύει. Και υπάρχει, μετά, το αδύνατον να απαγορευθεί. Η συνέχεια.

Η άθληση είναι το αλκοόλ της υγείας. Ο οργανισμός εκκρίνει ορμόνες οι οποίες καταλαμβάνουν τα εγκεφαλικά κύτταρα. Υπάρχει, μετά το πέρας της άσκησης, μια υγιεινή απάτη σε αυτό που μπορείς να κάνεις. Η άσκηση σού δίνει πίσω: κυρίως στις ιατρικές εξετάσεις.

Ο πρωταθλητισμός, όμως, αποτελεί μία νανομεταφορά στη ζωή: πράγματα γίνονται, δράματα και ανατροπές, τακτικές προσεγγίσεις και στρατηγικές. Αλλά, κυρίως, είναι ήττα μεταμφιεσμένη σε αγωνία, οδύνη και δυναστεία. Ουδείς μπορεί να νικά όλη την ώρα. Έχουμε μπει στον κόσμο με την καβάτζα της ήττας στο μυαλό. Καλό θα ήταν, όμως, να νικάμε όποτε μπορούμε. Διότι αναγκαστικά κάποια στιγμή θα χάσουμε. Μπορεί να χάνουμε τόσο συχνά, που αυτό μοιάζει να είναι όλη την ώρα. Είναι το τραγελαφικό κλισέ, «τίποτα δεν μου πάει καλά». Παρά το γεγονός της σύμφυτης ηττοπάθειας, η ήττα μας κοστίζει. Η νίκη, αν δεν είναι περατωμένη πειστικά και εκκωφαντικά, αν δεν ξεχωρίζει από τον συμφυρμό της ζωής μας, δεν μας αφορά. Μέσα στην πνευματική διεργασία, γίνεται απευθείας κάτι λογικό, που θέτει ένα μέτρο σύγκρισης για την επόμενη φορά. Η ήττα έχει πιο πολλή πλάκα από τη νίκη. Δεν προσδιορίζει κανέναν. Μια «καταστροφή» έχει ιλαρή φύση.

Φυσικά, όπως φοβόμαστε τον καρκίνο, πάντα πρέπει να φοβόμαστε το εξής: ότι θα έρθει μια μέρα που θα μας απολύσουν τη δουλειά, θα πιάσουμε το ταίρι μας να μάς κερατώνει και θα μας έρθει πρόστιμο ενός εκατομμύριου ευρώ, ενώ ταυτοχρόνως θα τρακάρει κάποιος το αυτοκίνητο και να φάμε γλίστρα στη βροχή. Μέσα στην υπερβολή του, αυτό το σενάριο παίζει περισσότερο από το να πιάσουμε το τζόκερ, να μας κάτσει ο άνθρωπος του ονείρου μας και όλοι να είναι ευχαριστημένοι την ίδια στιγμή.

Προερχόμαστε από έναν πολιτισμό που απαγορεύει την αλαζονεία και ζούμε μέσα σε μία υπεράριθμη προσωπική στατιστική που δεν ενθαρρύνει τη σεμνότητα. Εδώ πρόκειται για μία κατάσταση που η παραίσθηση την κάνει χειρότερη από ζούγκλα: στην τελευταία πρέπει να επιβιώσεις, ενώ στην πρώτη η επιβίωση μπερδεύεται με την άνετη ζωή. Στην ελευθερούπολη, πολύ άνετα, η επιβίωση και η ζωή μπερδεύονται. Δεν ξέρεις, μερικές φορές, τι είναι τι. Οι πρόσφυγες στο Άλσος της Βέικου, βεβαίως, μπορεί να έχουν μια περισσότερο τεκμηριωμένη απάντηση για το τι είναι επιβίωση, σε έναν βαθμό που δύναται η φαντασία μας να φθάσει, αλλά όχι η αντίληψή μας.

Δύο χρόνια έχουν περάσει. Το άγχος δεν είναι ίδιο. Υπήρχαν στιγμές που το βάρος έγινε αφόρητο, πέρα από την αγνή θλίψη, η οποία με κάνει να αποτελώ κανόνα. Πώς να μπορέσω να κουβαλήσω ένα τέτοιο κληροδότημα, όταν, πρώτον, δεν έχω την ίδια ποιότητα ως λειτουργικό ον και όταν η εποχή, ας πούμε, δεν βολεύει; Η γενιά μου και μάλλον και η επόμενη το άλλοθι το έκαναν σημαία, με αποτέλεσμα να χαθεί η σχέση με την πραγματική πραγματικότητα. Ο κόσμος που ζούμε, ασφαλώς, είναι αίτιο και αιτιατό για μία άβολη κατάσταση. Αλλά τα μυαλά είναι πονηρά: οι άβολες καταστάσεις χρησιμοποιούνται για κακό σκοπό. Η αμηχανία μπορεί να μεταφράζεται ως συναίσθημα, το μίσος ως πάθος και η ζήλια ως αγάπη. Το προηγούμενο Σάββατο η Άννα δεν μπορούσε να ενστερνιστεί την άποψη ότι ο πόθος για ένα παιδί είναι ένα σύμβολο ματαιοδοξίας, το πιο απόλυτο, ενδεχομένως, σε όλη τη συμπεριφορισιακή πλάση. Δεν συμφωνούσε στη λέξη. Αλλά, φυσικά, δεν υπάρχει άλλος τρόπος να το πεις και να είναι αλήθεια. Θα είναι, απλώς, πεπεφρασμένο διαφορετικά. Συγκαλυμμένο με τη συναισθηματική χρυσόσκονη και την ανιδιοτελή αγάπη. Κάτι που ενδεχομένως υπάρχει, αφού, ασφαλώς, πηδάς από κάτι που θέλεις να ζήσεις σε αυτό που ζεις. Το συναίσθημα στο νοσοκομείο. Την οικογενειακή αλυσίδα. Την επιστροφή στο σπίτι.

Είμαι προϊόν ματαιοδοξίας και, μάλιστα, με το ρολόι να χτυπάει αντιστρόφως. Κάποτε, πριν από λιγότερο από μισό αιώνα, οι άνθρωποι παντρεύονταν κατά κανόνα για να κάνουν παιδιά. Αυτό ήταν το σχέδιο. Τώρα, από τον Νοέμβριο του 1980, όταν και συνελήφθην, οι άνθρωποι παντρεύονται για να δουν αν θα την παλέψουν. Κάποτε η γυναίκα χώριζε και γύριζε στη μάνα της. Τώρα χωρίζει και πάει στη δουλειά. Και δύο μέρες μετά αποφασίζει ότι το σεξ δεν πρόκειται να της λείψει. Και δεν της λείπει.

Και αυτό είναι σούπερ ντούπερ ουλτραζούπερ γαμάτο.

Γράφω αυτές τις παπαριές επειδή δεν ξέρω τι ακριβώς πρέπει να γράψω στο οποίο δεν θα εμπορεύομαι συναίσθημα και δεν θα γίνω μελό. Έχω μετανιώσει λίγο για εκείνο το κείμενο πριν δύο χρόνια, χαρακτηριστικά πιστεύω ότι ξεπουλήθηκα. Τι να πω... Το εμπόριο εκπορεύεται εκ των έσω και για αυτό είναι πιο παλιό ακόμα και από τον ίδιο τον έρωτα. Είναι το ένα συμπέρασμα που θα προσπαθήσω να πω σε κάποιον που θα πιστέψει σε μία ιδανική χημική αντίδραση. Που θα προσπαθήσω να πω στον εαυτό μου, ψάχνοντας τη λεπτομέρεια που πήγε στραβά στη δική μου ιδανική χημική αντίδραση, την ώρα που ενώ εκείνη θα ρούφαγε μπύρες ενώ δεν θα έπινα, εμένα δεν θα με άφηνε να πιω αν δεν έπινε, κάτι που τώρα βρίσκω χαριτωμένο. Γυρνάω πού και πού και κοιτάζω μία φωτογραφία που είναι χαμογελαστός, μία που μιλάει σε κόσμο. Στα μέσα του Σεπτέμβρη πέρασα από την κουζίνα και αισθάνθηκα αυτήν την εμπορικότητα, βλέποντας το σπίτι μου σαν το μουσείο των στιγμών του. Δεν μπορείς να κάνεις και πολλά για αυτόν τον εκφυλισμό και τη ματαιοδοξία που δημιουργεί η απώλεια στην εσωτερικότητά σου. Μόνο περιμένεις την εξαργύρωση, επειδή έχεις ήδη κατασταλάξει ότι το αγνό συναίσθημα βρέχεται από τον ποταμό Νες, εκείνη τη σκωτσέζικη γαλάζια λωρίδα που συναντιέται με τη λίμνη του Λοχ. Εκεί γεννήθηκε ένα θηρίο που όλοι έχουν ακούσει για αυτό και ουδείς το έχει δει. Θα μπορούσε να λέγεται και Αγνό Συναίσθημα, μόνο αφού έχει συνοδευτεί από μία θηριωδία συμφερόντων όπως η μοναξιά, η συνήθεια και η αλληλοβοήθεια, που δεν είναι ποτέ «αλληλό».

Μέχρι τότε (μέχρι πότε;), λέω να ξανακούσω καμιά ντουζίνα φορές το «Gramofon» του Γιουτζίν Ντόγκα. Δεν θα μου δώσει απαντήσεις, αλλά δεν σκοπεύω να του κάνω ερωτήσεις. Το αριστούργημα είναι τέτοιο είτε σκέφτεσαι ότι όταν φθάσεις στα 39 θα έχεις τη μισή ηλικία είτε νιώθεις ότι κάπου στον κόσμο υπάρχει ένα ξένο σώμα, ασύνδετης αιματολογικής προέλευσης που κυριολεκτικά λυπάται για αυτό που συνέβη, χωρίς, πράγματι, να έχει κάποιο αληθινό όφελος.

Μέσα στην ακμή της, δηλαδή τα σπυράκια, στη βιαιότητα και στις προσβολές, στην έντονη απόρριψη, η εφηβεία μπορεί και παραμένει μια νύμφη που μόλις βγήκε, άθελά της, από την Αρκαδία, από την κυριότητα του Πάνα και δεν ξέρει πώς να γυρίσει πίσω. 

—————

Πίσω