Χωρίς τελείες


The 81 point game

2015-12-01 15:49

Η επιστολή του Κόμπε Μπράιαντ είναι όντως λυρική και ποιητική (κάπως εφηβική), ωστόσο δεν αποτελεί κάτι άλλο από μεταστροφή συμπεριφοράς. Το καλοκαίρι, στην ώρα της Grantland στο ESPN (ζωή σε μας), όταν είχε δώσει συνέντευξη στους Μπιλ Σίμονς και στους Τζέιλεν Ρόουζ, είχε πει ότι δεν πρόκειται να κάνει τουρ την τελευταία σεζόν του στο ΝΒΑ. Αυτό σήμαινε ότι θα πήγαινε κανονικά στα γήπεδα και θα έπρεπε να υφίσταται τη χολή και το σαρκασμό των αντίπαλων για τις κακές εμφανίσεις του, οι οποίες, ας το ομολογήσουμε, θα ήταν πάρα πολλές φέτος. Είχε ήδη παίξει άθλια στο Φοίνιξ και τα σουτ που δεν ακούμπησαν τη στεφάνη έγιναν viral. Το χειρότερο για τον ίδιο- και νομίζω ότι ο πιθανότερος λόγος για τον οποίο αποφάσισε να προβεί σε αυτήν την επιστολή- ήταν ο φόβος ότι το μίσος το οποίο ο ίδιος, με τις επιδεξιότητες και τη μόνη δυνατή αγαρμποσύνη που επιτρέπεται στο Λος Άντζελες, ένα bullying απέναντι στους συμπαίκτες του, συντηρούσε, το πιθανότερο είναι ότι θα γινόταν λύπη.

Ο Κόμπε ήθελε να πηγαίνει στο Ντάλας και να κάνει «σσσς» στον πάγκο των Μάβερικς ή να έχει διάλογο, στη Νέα Υόρκη, με τον Σπάικ Λι, το αλάτι στη σεζόν των 82 παιχνιδιών, τα περισσότερα των οποίων είναι φρικτά αδιάφορα. Και μπορεί να μην είναι ο Τζόρνταν που πάει στο «Μάντισον», αλλά σίγουρα η Νέα Υόρκη, που είναι μια πόλη η οποία επιδεικνύει εξαιρετική αβρότητα στα θεάματα- όσο πιο υπερβολικά τόσο το καλύτερο- θα έχει επιφυλάξει στον Κόμπε την καλύτερη υποδοχή.

Αυτό που συνέβη, είναι ότι ο Κόμπε δεν μπορεί να παίξει άλλο. Είναι από εκείνες τις μη αναστρέψιμες καταστάσεις, που στέλνουν τα ζευγάρια στον ειδικό σύμβουλο γάμων, ώστε να βρουν λύση για τα προβλήματά τους. Όταν το ένα από τα δύο μέλη αποστασιοποιηθεί για κάποιο χρονικό διάστημα, μπορεί να δει ξεκάθαρα ότι αγαπάει το έτερον ήμισυ, ότι θέλει να του φέρεται τρυφερά και ότι οι καυγάδες που συμβαίνουν, γίνονται για ηλίθιους λόγους. Αλλά οι καυγάδες είναι η απόρροια μίας ολόκληρης συλλογιστικής, που υπάγεται στην τριβή και συμβαίνουν διότι προκύπτει αυτό το τερατικό δημιούργημα της οικειότητας. Ωστόσο, το πρόβλημα γίνεται υπαρξιακό διότι ναι μεν μπορεί να καυγάδιζες με τους δικούς σου, να πλακωνόσουν με τα αδέλφια σου και να βριζόσουν με τον πατέρα σου, αλλά το ακλόνητο άλλοθι ήταν ότι σε αυτήν την περίπτωση δεν είχες επιλογή. Όταν επιλέγεις να βρίσκεσαι με κάποιον, για να συνεχίσεις τη ζωή, τα πράγματα περιπλέκονται, διότι δεν υπάρχει η αίσθηση του αναπόφευκτου. Ωστόσο, εδώ θα μπορούσαμε να διαφωνήσουμε. Να πούμε ότι η αρχική επιλογή δεν αναφέρεται στη διάρκεια και ότι, όταν ζεις μαζί με κάποιον, η μετατροπή της επιθυμίας σε αδιέξοδο, μέσα από την οικειότητα, είναι εκ των ων ουκ άνευ. Στην πραγματικότητα, μέσα από την καθημερινότητα και τον καιρό που περνάει οι επιλογές αφαιρούνται, για αυτό και υπάρχουν περίοδοι μέσα σε μεγάλες χρονικά σχέσεις που κάθε μέλος νιώθει... αλύτρωτο. Ο χωρισμός- ή η ιδέα του χωρισμού- έχει κάτι από λύτρωση, αν και η απογοήτευση θα υπερισχύσει. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι το μη εξασφαλισμένο μέλλον.

Από τη στιγμή που πρόκειται για μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες προσωπικότητες στην ιστορία των σπορ, ο Μπράιαντ θα έπρεπε να τελειώσει ως τέτοια. Είναι, άλλωστε, ο 3ος σκόρερ όλων των εποχών στον ΝΒΑ, ο 11ος σε μέσο όρο πόντων, ο 5ος σε συνολικά εύστοχα σουτ εντός πεδιάς και ο 1ος σε συνολικά χαμένα σουτ εντός πεδιάς. Είναι 9   Έχει στο ενεργητικό του μία αμφίβολη ιστορία βιασμού και στη διάρκεια της δίκης, το 2004, έπαιξε μαγευτικό μπάσκετ. Παίζει με την ίδια ομάδα εδώ και 19 χρόνια, τα οποία θα γίνουν 20. Έχει πέντε δαχτυλίδια πρωταθλητή και δύο MVP. Το καλοκαίρι του 2004, όταν είχε πια ξεμπλέξει με το δικαστήριο, ήταν εκείνος που παρήγαγε όλη την ίντριγκα για να φύγει ο Σακίλ από το «Staples Center», καθώς ήθελε να είναι ο Alpha Dog στην ομάδα των Λέικερς. Είναι, ουσιαστικά, ο τελευταίος Alpha Dog στην ιστορία του μπάσκετ, η τελευταία Λυσσασμένη Γάτα του Τένεσι Γουίλιαμς, η οποία κατοικεί σε έναν Γυάλινο Κόσμο.

Αλλά, κατά τη γνώμη μου, τίποτα δεν θα τον θυμίζει περισσότερο από το 81 point game, απέναντι στους Τορόντο Ράπτορς, στις 22 Ιανουαρίου του 2006. Σε σχεδόν 1,5 μήνα αυτό το παιχνίδι συμπληρώνει 10 χρόνια ζωής και ο Κόμπε προφανώς κρατάει το ρεκόρ για πόντους που πέτυχε παίκτης τον οποίο δεν λένε Γουίλτ Τσάμπερλεϊν. Ουσιαστικά, είναι η δεύτερη καλύτερη συγκομιδή στην ιστορία, αφού ακόμα και ο Γουίλτ δεν έβαλε πάνω από 80 πόντους σε δεύτερο συνεχόμενο ματς πλην των 100 που είχε πετύχει με τους Νιου Γιορκ Νικς, στις 2 Μαρτίου του 1962. Και παρά το γεγονός ότι πήρε δύο δαχτυλίδια πρωταθλητή χωρίς τον Ο’ Νιλ, φθάνοντας στα 5, το παιχνίδι με τους Τορόντο Ράπτορς θα είναι ο μύθος του. Δεν υπάρχει άλλο ματς που να δείχνει ακριβώς τι εστί Κόμπε Μπράιαντ.

Η ταπεινή γνώμη μου είναι ότι ο Κόμπε, όχι μόνο δεν είναι ο κορυφαίος όλων των εποχών αλλά, δεν είναι καν ο καλύτερος της γενιάς του. Αν αποδεχθεί κάποιος ότι το παιχνίδι των γενεών ξεκινά από την εποχή του Μάτζικ, του Μπερντ και του Αϊζάια Τόμας, με την επόμενη να είναι εκείνη του Μάικλ Τζόρνταν, του Τσαρλς Μπάρκλεϊ, του Πάτρικ Γιούιν, του Κλάιντ Ντρέξλερ και του Χακίμ Ολάζουον, τότε η πιο αποτυχημένη είναι αυτή που έβγαλε τους Γκραντ Χιλ και Πένι Χάρνταγουεϊ. Όπως λένε και οι σοφοί, δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το χαμένο ταλέντο. Η «φουρνιά» του Κόμπε έρχεται αμέσως μετά και αποτελείται από τον ίδιο, προφανώς, τον Τιμ Ντάνκαν, τον Κέβιν Γκαρνέτ, τον Άλεν Άιβερσον, τον Ντιρκ Νοβίτσκι. Ο Κόμπε δεν μπορεί να πλησιάσει τη σταθερότητα του Τιμ Ντάνκαν και υπολείπεται στη σύγκριση με αυτόν για δύο λόγους: πρώτον, επειδή έχουν κατακτήσει τα ίδια πρωταθλήματα με τον Τίμι να είναι σε όλες τις περιπτώσεις το πρώτο όνομα της ομάδας του και, δεύτερον, επειδή ο οργανισμός Σπερς μεταβλήθηκε τόσο πολύ με την έλευσή του, που ουσιαστικά οι αναθυμιάσεις από την πρότερη ιστορία του είναι ελάχιστες. Ο Κόμπε έπαιζε στους Λέικερς. Ήταν για 8 χρόνια δεύτερο όνομα. Μπορεί να κέρδιζε σε όλα τα στυλ Τζορτζ Λούκας εφέ, αλλά η ιστορία της ομάδας είναι τεράστια. Ο Mr. Logo, ο Τζέρι Γουέστ, έπαιζε εκεί, μαζί με τον Έλτζιν Μπέιλορ. Ο Τζορτζ Μάικαν, ο πρώτος κυρίαρχος ψηλός στην ιστορία του ΝΒΑ, έπαιζε στους Λέικερς. Ο Μάτζικ έφερε το σόου τάιμ και η δεκαετία του ’80, που στιγμάτισε το πρωτάθλημα και το αναβάθμισε με τρόπο ευφάνταστο, έφερε την υπογραφή του ίδιου και του Λάρι Μπερντ, των Μπόστον Σέλτικς. Για αυτό και οι δύο, σε ομάδες με τεράστια ιστορία, φέρουν τιμητική θέση. Ο Κόμπε ανήκει στην απίθανη κατηγορία των παικτών που σε όλη την καριέρα τους έπαιζαν στην ίδια ομάδα, στους Λέικερς έχει τιμητική θέση, αλλά δεν μπορεί η παρουσία του να επισκιάσει την ομάδα του 1971-72 και, φυσικά, το συγκρότημα του Πατ Ράιλι και το σόου τάιμ που συνέβαινε δίπλα στο Χόλιγουντ. Και όσο και αν η «Black Mamba» ήταν το ίδιο Χόλιγουντ με οποιονδήποτε άλλο, όσο και αν η αδήριτη θέληση του παίκτη να γίνει ο κορυφαίος είναι παροιμιώδης και πρέπει να διδάσκεται στις σχολές επαγγελματικού προσανατολισμού, τόσο η ιστορία της μηδαμινής παρθενογένεσης δεν πρόκειται να τον δικαιώσει στα χρόνια που έρχονται. Μία πολύ πρόχειρη λίστα με τους κορυφαίους έβερ (στο ΝΒΑ) έχει ως εξής:

-Μάικλ Τζόρνταν.

-Καρίμ Αμπντούλ Τζαμπάρ.

-Μπιλ Ράσελ.

-Λάρι Μπερντ.

-Γουίλτ Τσάμπερλεϊν.

-Τιμ Ντάνκαν.

-Κόμπε Μπράιαντ.

-Μάτζικ Τζόνσον.

-Ακίμ Ολάζουον.

-Πιτ Μάραβιτς (σούπερ μπόνους επιλογή, για το γεγονός ότι ήταν ο μόνος που αναβάθμισε καλλιτεχνικά το παιχνίδι σε τέτοιο βαθμό, που πρέπει να παρακάμψουμε το γεγονός ότι ήταν απροσάρμοστος και ότι δεν πλησίασε σε τίτλο).

Η λίστα μου είναι ασφαλώς εκκεντρική, αλλά όχι τόσο όσο το κείμενο του ESPN, που δεν βάζει τον Κόμπε μέσα στους δέκα κορυφαίους όλων των εποχών. Άφησα εκτός τον Όσκαρ Ρόμπερτσον, που έκανε τριπλ νταμπλ σε μέσο όρο μία χρονιά και τον Αϊζάια Τόμας, ο οποίος ήταν ο μόνος κοντός που εμπιστεύθηκε ολότελα στην καριέρα του ο Μπόμπι Νάιτ και ο οποίος κέρδισε δύο διαδοχικά δαχτυλίδια με τη χειρότερη ομάδα όλων των εποχών- με την ένσταση των Σέλτικς, το 1968 και το 1969, που πήρε επίσης διαδοχικά δαχτυλίδια- δηλαδή τους Ντιτρόιτ Πίστονς.

Ο Κόμπε ήταν όντως ό,τι πλησιέστερο στον Τζόρνταν. Φυσικά, αντέγραψε τις κινήσεις του και κάποιες τις βελτίωσε, αλλά, από την άλλη, έχει χάσει έβδομο τελικό του ΝΒΑ με διαφορά 39 πόντων και, την ίδια χρονιά, έχει χάσει τελικό στον οποίο η ομάδα του προηγούνταν με 24 πόντους διαφορά, κάτι που δεν θα συνέβαινε ποτέ με κάποιον από τους από πάνω στη λίστα και, εδώ που τα λέμε, ούτε με τους από κάτω. Νομίζω ότι η όγδοη θέση είναι αρκετά δίκαιη, υπό την έννοια ότι τον έχω πάνω από τον Μάτζικ. Στα πέντε πρωταθλήματα που κατέκτησε, δεν υπερτερεί στον ανταγωνισμό που βρήκε- οι μόνες φορές που ουσιαστικά απειλήθηκαν οι Λέικερς ήταν στους τελικούς της Δύσης το 2000 και το 2002 με τους Μπλέιζερς και τους Κινγκς αντιστοίχως· στον έβδομο τελικό της Δύσης το 2000 οι Μπλέιζερς έχασαν 13 διαδοχικά σουτ όταν οι Λέικερς έκαναν το come back και στη δεύτερη περίπτωση, στον τέταρτο τελικό του 2002, οι Κινγκς προηγήθηκαν 40-20, συν ότι όταν γίνεται λόγος για το έκτο ματς της σειράς, ο χαρακτηρισμός που το συνοδεύει είναι η λέξη rigged, δηλαδή πειραγμένο- και MVP ήταν μόνο δύο φορές.

Για αυτό και το παιχνίδι με τους Ράπτορς, στο οποίο σημείωσε 81 πόντους, είναι το σπουδαιότερο παράσημο στην καριέρα του. Αναδεικνύει το εξωφρενικό ταλέντο του και τη μιζέρια που προκαλούσε στους συμπαίκτες του. Με τους Ράπτορς, σε εκείνο το ματς, ο Κόμπε έβαλε 55 πόντους στο δεύτερο ημίχρονο και 12 στην... garbage time, μόλις το παιχνίδι είχε κριθεί. Ήταν τέτοια η ατομικότητα σε εκείνο το παιχνίδι, που επτά λεπτά πριν τη λήξη του ο Λαμάρ Όντομ σούταρε ένα τρίποντο και από τα μεγάφωνα του Staples Center ακούστηκε ότι ήταν το πρώτο σουτ που πήρε στο παιχνίδι, ο παίκτης που ήταν ο δεύτερος καλύτερος σε εκείνη την ομάδα των Λέικερς.

Όταν ο Κόμπε το αισθανόταν, ήταν ποίηση σε κίνηση. Ήταν ανίκανος να κάνει οτιδήποτε άσχημο. Στον ορισμό του ταλέντου περικλείονται πολλοί: ο Φρεντ Αστέρ, η Σίρλεϊ ΜακΛέιν (κάτι δικά μου), ο Μάικλ Τζόρνταν, ο Γκαρίντσα, ο Μπέιμπ Ρουθ. Ο Κόμπε ανήκει εκεί. Δεν αναρωτιέμαι για ποιο λόγο κάποιος μπορεί να τον θεωρεί ως τον κορυφαίο όλων των εποχών: το απόλυτο κριτήριο είναι η ηλικία και οι πρότερες εικόνες: θα αναρωτιόμουν αν κάποιος, που ήταν πάνω από 27 το 2000, επί παραδείγματι, τον θεωρούσε ως τον κορυφαίο όλων των εποχών.

Και ενώ στη σύγκριση χάνει- φυσικά είναι, εδώ, ο όγδοος καλύτερος στην ιστορία του ΝΒΑ και σε αυτό δεν βλέπω κάποια ήττα· αν, ας πούμε, ήμουν ο 72ος καλύτερος συντάκτης στην ιστορία των σπορ στην Ελλάδα, θα ήμουν πολύ περήφανος- το παιχνίδι των 81 πόντων είναι κάτι που έχει κάνει μόνο αυτός. Μπορεί ο Γουίλτ να έβαλε 100, αλλά ανάγεται στα όρια του μύθου. Δεν υπάρχουν στιγμιότυπα, δεν υπάρχουν ολοκληρωμένα στιγμιότυπα. Στους 81 του Κόμπε υπάρχουν μισοέντονα χάι φάιβ και μία αμηχανία- είχε βάλει 62 πόντους στους Μάβερικς σε 33 λεπτά τρεις εβδομάδες πριν και όταν ο Φιλ Τζάκσον τον ρώτησε αν ήθελε να συνεχίσει, απάντησε «όχι», με αποτέλεσμα να μην παίξει σε ολόκληρο το τέταρτο δωδεκάλεπτο- αλλά υπάρχει και ένας μετρητής, απεριόριστα δημοσιεύματα από αυτό το παιχνίδι. Το είδαμε να συμβαίνει. Μπροστά στα μάτια μας. Ζούσαμε όταν έγινε. Και ήταν σατανικό: έγινε στο 666ο ματς της καριέρας του στο ΝΒΑ και πέτυχε το 66% των πόντων των Λέικερς.  

Αυτό δεν μπαίνει σε σύγκριση. Είναι δικό του, ολόδικό του και η απόλυτη κληρονομιά του τώρα που φεύγει από τα γήπεδα κάνοντας τουρ, που δεν επιθυμούσε. Αντιλαμβανόμενος ότι βρήκε την απάντηση στην ερώτηση που είχε κάνει στον παίκτη του μπέιζμπολ, τον θρυλικό Παναμέζο Μαριάνο Ριβέρα, όταν έκανε το δικό του τουρ: «Πώς καταλαβαίνεις ότι έφθασες στο τέλος;». Τότε ο Ριβέρα του είχε απαντήσει, «απλώς το καταλαβαίνεις». Τώρα ο Κόμπε δεν χρειάστηκε πολύ. Οι αγάπες δεν φθάνουν σε τέλος. Απλώς η βαρύτητα συνωμοτεί με την πραγματικότητα. 

—————

Πίσω