Χωρίς τελείες


«They must fall the round i call»

2016-06-06 00:21

 

«Η καρδιά του χτυπούσε 30 ολόκληρα λεπτά αφού όλα τα άλλα όργανά του είχαν καταρρεύσει», είπε η κόρη του, Μόνα. Αυτό μπορεί να συμβεί. Αλλά ήταν ο Μοχάμεντ Αλί που στις 3 Ιουνίου του 2016 έφυγε από τον κόσμο, στα 74 του. Όταν έκλεισε τα 50 του, ο Χάουαρντ Κοσέλ, ο λόγιος δημοσιογράφος με τον οποίο ήταν κολλητός φίλος, είπε, «δεν το περίμενα ότι θα γιορτάσουμε τα 50α γενέθλιά σου». Ο Αλί πέθανε στα 74, ενώ ο Κοσέλ είχε «φύγει», μαζί με τους περισσότερους ανθρώπους των νεανικών χρόνων του. Πιονέρος  σε ένα εντελώς νέο στυλ μποξ, ανθρωπιστής, με τη μεγάλη γλώσσα και τη σάτιρα εκ κλίσεως, πέθανε ο καλύτερος πυγμάχος όλων των εποχών. Ο GOAT. «GOAT σημαίνει Greatest Of All Times», είπε ο Αλί, «αλλά και ότι μπροστά στο Θεό είμαι μία κατσίκα». Αυτό, βεβαίως, δεν τον εμπόδισε ιδιαιτέρως: «Είναι δύσκολο να είσαι σεμνός όταν είσαι τόσο σπουδαίος όσο εγώ». 

****

Αν υπάρχει μία απόδειξη ότι ο πρωταθλητισμός και η μονομανία με την εμμονή που τον συνοδεύουν είναι καταστάσεις επώδυνες, είναι επικρατούσα άποψη ότι ο Μοχάμεντ Αλί έπαθε πάρκινσον λόγω του αγώνα με τον Τζο Φρέιζερ στη Μανίλα, το 1975. Το Thrilla in Manilla θεωρείται ο κορυφαίος αγώνας στην ιστορία της πυγμαχίας. Ο Φρέιζερ είχε φάει τόσες γροθιές σε εκείνο τον αγώνα, που στο τέλος του 14ου γύρου ένας διαιτητής ονόματι Φατς αποφάσισε να τον διακόψει. Πολύ γρήγορα εκείνος ο αγώνας στις Φιλιππίνες είχε ξεφύγει. Ο Αλί ομολόγησε ότι «ήμουν πιο κοντά στο θάνατο από κάθε άλλη φορά». Όταν ο Φατς αποφάσισε να διακόψει τον αγώνα, για να νικήσει ο Αλί με τεχνικό νοκ άουτ, ο Φρέιζερ πήγε κοντά του και του είπε, «τον θέλω αφεντικό». Ο Φατς του απάντησε, «μη σε νοιάζει Τζο, ουδείς θα ξεχάσει αυτό που έκανες σήμερα». Η αναφορά εκείνων που ξέρουν από πυγμαχία έγραφε ότι ο Αλί έριξε τουλάχιστον 30 γροθιές ισάξιες εκείνης που είχε βγάλει νοκ άουτ τον Τζορτζ Φόρμαν ένα χρόνο πριν, στον όγδοο γύρο, στον αγώνα της Κινσάσας του Ζαΐρ, όταν ο Αλί επέστρεψε στο θρόνο του μετά από 7 χρόνια. Του είχε απαγορευθεί να πυγμαχεί επισήμως, επειδή δεν ήθελε να πάει να πολεμήσει στο Βιετνάμ. Εκεί προέκυψε το περίφημο «οι Βιετκόγκ δεν είναι εχθροί μου, εσείς είστε εχθροί μου. Κανένας Βιετκόγκ με αποκάλεσε “νέγρο”», που είπε στους δημοσιογράφους οι οποίοι τον ακολουθούσαν ενώ περπατούσε. Και ανάθεμα αν υπήρχε κάτι που έκανε ο Αλί και δεν ήταν περίφημο.

Ο Φρέιζερ τον είδε στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Ατλάντας, όταν, με χέρι που έτρεμε, πήρε τη δάδα με την ολυμπιακή φλόγα για να δώσει την επίσημη έναρξη της διοργάνωσης. Τον φαντάστηκε να χάνει λίγο περισσότερο την ισορροπία του και να γίνεται παρανάλωμα του πυρός. Ήταν μία σκέψη που δεν έμεινε στο μυαλό του, αλλά εξωτερικεύθηκε και, μάλιστα, με έκδηλη ικανοποίηση. «Αν γινόταν, θα τον έσπρωχνα εγώ». Ο Φρέιζερ δεν συγχώρεσε ποτέ τον Αλί για το γεγονός ότι τον κοροΐδευε δημοσίως, στην τηλεόραση, παρουσιάζοντάς τον άσχημο. Άλλωστε ο ίδιος ήταν, τρία χρόνια μετά τη λιποταξία, που τον στήριξε για να επιστρέψει στην ενεργό δράση. Ήταν σχεδόν παράνομο, αφού είχαν αρχίσει μαζί τον αγώνα πριν το Ανώτατο Δικαστήριο αθωώσει τον Αλί για το γεγονός ότι δεν πήγε στον πόλεμο- στην πρώτη απόφαση που οι ΗΠΑ παραδέχθηκαν ότι έκαναν λάθος- στις 28 Ιουνίου 1971. Ο Αλί ισχυριζόταν ότι όλα αυτά τα έκανε προς τέρψη του θεάματος, αλλά ο Φρέιζερ δεν το έχαφτε. Από εκείνη τη μάχη στη Μανίλα απέκτησε και εκείνος κουσούρια μέχρι που πέθανε από καρκίνο στο πάγκρεας το 2011, πριν δει τον Αλί να πεθαίνει με τη σειρά του, όπως έγινε στις 4 Ιουνίου 2016. Σίγουρα μία από τις τελευταίες σκέψεις του ήταν, «πάλι εγώ πρώτος;». Ο Φρέιζερ έφυγε από τον κόσμο έχοντας εκείνη τη μικρή ψύχωση ότι πάντα στις λεπτομέρειες έχανε από τον Αλί, ακόμα και όταν νικούσε, όπως στο «Μάντισον Σκουέαρ Γκάρντεν» της Νέας Υόρκης στις 8 Μαρτίου 1971. Μετά από 40 χρόνια και 8 μήνες, στις 7 Νοεμβρίου του 2011, άφησε την τελευταία πνοή του.

Μία φορά ένα κοριτσάκι και η μητέρα του πλησίασαν τον Τζο Φρέιζερ. Το κοριτσάκι ήθελε να του κάνει μία ερώτηση αλλά ντρεπόταν. Και η ίδια η μητέρα του τον πλησίασε με συστολή. «Το παιδί θέλει να σου κάνει μία ερώτηση, αλλά ντρέπεται». Είναι 1996, 21 χρόνια μετά τη Μανίλα. Έχει βγάλει την αυτοβιογραφία του, με τίτλο το παρατσούκλι του, «Smokin’Joe». «ΟΚ», απαντάει. «Θέλει να μάθει αν έχεις νικήσει ποτέ τον Μοχάμεντ Αλί». Ο Φρέιζερ ξεφυσάει, το στόμα του βγάζει ακατάληπτους φθόγγους. Το σκέφτεται λίγο.  Η Μέριλιν Κόβαλικ, μητέρα του κοριτσιού, σκύβει προς το μέρος του και απολογείται. Αλλά ο Τζο έχει βρει την απάντηση: «Έχουμε αγωνιστεί τρεις φορές αντίπαλοι, με έχει νικήσει δύο, τον έχω νικήσει μία. Αλλά κοίτα τον τώρα, νομίζω ότι έχω νικήσει και τις τρεις».

«Είδα τον Τζο Φρέιζερ την προηγούμενη εβδομάδα στη Φιλαδέλφεια». Τα μάτια του Αλί γουρλώνουν, μία κατάσταση γνώριμη σε όλο τον κόσμο. Η φωνή έρχεται από πίσω του. «Τζο Φρέιζα;». Παύση. «Τζο Φρέιζα; Είδες τον γορίλα; Από τη Μανίλα;». Πριν τον αγώνα τους, την 1η Οκτώβρη του 1975, ο Αλί έβγαλε το κλασικό ποιηματάκι του. «It will be a killa and a chilla and a thrilla when I get the gorilla in Manila». 

****

«Είμαι τόσο γρήγορος, που μπορώ να σβήσω το φως της κρεβατοκάμαράς μου και να έχω ξαπλώσει στο κρεβάτι πριν το δωμάτιο σκοτεινιάσει». Ή «είμαι τόσο γρήγορος, που μπορώ να παίζω πινγκ-πονγκ μόνος μου».Ο Αλί ήταν δυσλεκτικός και σχεδόν δεν μπορούσε να διαβάζει. Αλλά με τον τρόπο που μιλούσε λαϊκά τις λέξεις, τον καταλάβαιναν όλοι και τον απολάμβαναν όλοι. «They must fall the round i call», λέει για τους αντιπάλους του. «Είμαι ο καλύτερος». Στα 12 του τού έκλεψαν το ποδήλατο και πήγε στον αστυνομικό και δάσκαλο πυγμαχίας του Λούιβιλ, Τζο Μάρτιν, κλαίγοντας από τα νεύρα του, απειλώντας να σαπίσει στο ξύλο τον κλέφτη. «Λοιπόν, αν είναι να δείρεις κάποιον», του είπε ο Μάρτιν, «πρώτα πρέπει να μάθεις πώς να πυγμαχείς».

Έριξε το μετάλλιό του στη θάλασσα, αφού λευκός μαγαζάτορας αρνήθηκε να του πουλήσει χάμπουργκερ και μετά έσπασε στο ξύλο μία παρέα από μηχανόβιους οι οποίοι τον πήραν στο κατόπι κοροϊδεύοντάς τον. Ήταν φθινόπωρο του 1960 και ο ίδιος ήταν 18 χρονών. Πέρασαν 36 χρόνια από τότε και στην Ατλάντα, στο πλαίσιο του τελικού του μπάσκετ μεταξύ ΗΠΑ και Γιουγκοσλαβίας, η ΔΟΕ έπιασε εξ απήνης τον κόσμο. Ο Χουάν Αντόνιο Σάμαρανκ του έδωσε ένα νέο χρυσό μετάλλιο για εκείνους τους αγώνες στη Ρώμη, το 1960.

Στον πρώτο αγώνα με τον Σόνι Λίστον, τέσσερα χρόνια μετά, ο Άντζελο Νταντί ήταν ο προπονητής του και όταν η «αρκούδα» του έριξε ένα υγρό στα μάτια, βλέποντας πως χάνει το ματς, ο Αλί φώναξε, «κόψτε μου τα γάντια, κόψτε μου τα γάντια, ο αγώνας τελείωσε, με τύφλωσε». Ο Νταντί, που έφτιαχνε σχέδια για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, φώναξε, «να κόψεις τα γάντια; Τι είσαι, τρελός; Μωρό μου, αυτό είναι για τον τίτλο». Τον έσπρωξε να ξαναμπεί στο ρινγκ. Ένα χρόνο μετά, ο Λίστον έπεσε νοκ άουτ πριν βγει ο πρώτος γύρος, από μία μπουνιά που, μέχρι και σήμερα, ουδείς είναι σίγουρος πώς του την έδωσε ο Αλί. «Σήκω πάνω, σήκω πάνω», του φώναζε, «θα νομίζουν ότι είναι στημένο».

Λίγο μετά τον πρώτο αγώνα του με τον Λίστον, το 1964, που τον έκανε τον νεότερο παγκόσμιο πρωταθλητή στην πυγμαχία, ο Κάσιους Κλέι ασπάστηκε το Ισλάμ. Έκανε το όνομά του Μοχάμεντ Αλί για να ξεφορτωθεί αυτό το «όνομα σκλάβων». Ο Έρνι Τερέλ δεν έβαλε μυαλό. Λίγο πριν το Βιετνάμ, ο Τερέλ φώναξε «Κάσιους Κλέι» τον Αλί στη συνέντευξη Τύπου. Για 15 γύρους ο Αλί του έριχνε όσες γροθιές έπρεπε ώστε να τον φέρνει ένα βήμα πριν την κατάρρευση, αλλά να μην τον κάνει να καταρρεύσει. Σε κάθε γύρο τον ρωτούσε, «ποιο είναι το όνομά μου, ποιο είναι το όνομά μου;».      

Πήρε τον παγκόσμιο τίτλο τρεις φορές αφού τον έχασε. Το 1967 τον πήρε για τελευταία φορά, το 1974 νίκησε τον Τζορτζ Φόρμαν στο Ζαΐρ, με τη νέα τακτική του «Rope a dope», το 1978 νίκησε τον Λίον Σπινκς, έχοντας χάσει από τον ίδιο λίγους μήνες νωρίτερα. Σε 61 αγώνες, 56 νίκες, 37 νοκ άουτ.

Μπροστά σε κοινό αποτελούμενο από λευκούς, στο Έσεξ της Νέας Υόρκης, όταν το ΤΝΤ ήθελε να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ προς τιμήν του, ο Αλί είπε ένα ανέκδοτο. «Τι είπε ο Αβραάμ Λίνκολν όταν σηκώθηκε από το κρεβάτι μετά από διήμερο μεθύσι;». Σιωπή. «Ελευθέρωσα ποιουουους;». 

—————

Πίσω