Χωρίς τελείες


Blog

2015-09-04 19:00

Το πρώτο θέμα

Παρά το γεγονός ότι η Δήμητρα παραιτήθηκε από το «Πρώτο Θέμα» εξαιτίας του πρωτοσέλιδου με τον Παύλο Φύσσα, εκείνη την περίφημη φωτογραφία (που πια πηγαίνουν σχεδόν δυο χρόνια), συνεχίζω να συμφωνώ με την κίνηση να μπει στο πρωτοσέλιδο. Θυμάμαι, ωστόσο, πόση περιφρόνηση, και κυρίως από τον δημοσιογραφικό κύκλο, έφερε η συγκεκριμένη επιλογή.

Φυσικά, λίγο καιρό πριν είχε βγει μία «συνεργασία» του εκδοτικού οίκου με Χρυσαυγίτες. Αυτό, βεβαίως, με τη δημοσιογραφία ως περίγραμμα ύπαρξης έχει ελάχιστη σχέση. Παρά το γεγονός ότι το «Πρώτο Θέμα» είχε μία αποκλειστική εικόνα και ένα μήνυμα που ήταν, κατά μία γνώμη αφελή, φιλειρηνικό, δεν λήφθηκε καθόλου με τέτοιον τρόπο από τον κόσμο. Οι πιο μετριοπαθείς διαφωνούντες έγραφαν ότι ήταν ένα πρωτοσέλιδο που έφερνε την έριδα. Επειδή η υπερβολή σε στιγμές ίντριγκας και πανικού υπερβαίνει τα εσκαμμένα, ο λόγος γινόταν για νέο κύκλο βίας. Οποιαδήποτε κατάφωρη κριτική γινόταν, μέσα σε ένα απόγευμα, νόμιμη. Και όλοι είχαμε γνώμη για αυτό, αβίαστη μάλιστα.

Το Facebook είναι η αυτοβιογραφία μας. Τα αποτυπώματά μας στη ζωή. Χρησιμεύει ως ένα μέσο επικοινωνίας και όλα τα μέσα επικοινωνίας είναι εθιστικά. Τη δεκαετία του ’90 ήταν τρεντ η γυναίκα με το τηλέφωνο. Ακόμα και τώρα υπάρχουν αστεία που γίνονται για αυτή τη σχέση εξάρτησης. Το πιο πρόσφατο είναι μία φωτογραφία που γράφει «μιλούσαν 8 ώρες στο τηλέφωνο και ύστερα είπαν να βγουν για να τα πουν λιγάκι. Και βγήκανε ρε φίλε».

Η σύνθεση μιας αυτοβιογραφίας είναι αναγκαστικό οτι δομείται μέσα από τις αντιφάσεις. Μέσα από τη γνώμη μας για το τρέχον, που είναι αδύνατον να μην αντιτίθεται με παλιές τοποθετήσεις μας. Για άλλη μια φορά, στη μεγαλούπολη, εκεί που στο Burg προστέθηκε το Frei, η σημασία της σιωπής αφορά στους άλλους. Η γλωσσική μαεστρία μάς υπαγορεύει (ακριβώς όπως κάνω τώρα) να χρησιμοποιούμε τα δείγματα της παμπάλαιας σοφίας στον πρώτο πληθυντικό, ώστε να μπορούμε να αποσυναρμολογούμε τον εαυτό μας από αυτόν. Η σημασία της σιωπής παραμένει ένα δόγμα που αφορά στους άλλους και μόνο σε αυτούς. Ο πρώτος ενικός είναι αδύνατον να παρεισφρήσει, για τον απλούστατο λόγο ότι όταν αναφερόμαστε στη σημασία της σιωπής, το πιθανότερο είναι ότι θα έπρεπε να παραμείνουμε σιωπηλοί. Όπως η σεμνότητα στηρίζεται στο κρυπτό, το ίδιο και η προσωρινή ευτυχία, η συστολή, έτσι και η σιωπή χάνει την αξία της όταν υμνηθεί.

Τις προάλλες η δολοφονία του μωρού και η τραγική φωτογραφία του έγιναν viral στα μέσα διαδικτυακής κοινότητας. Μοιράστηκαν παντού. Ως στόχο είχε τον κλονισμό της ψυχής. Καμία διαφωνία, ως εδώ.  Η εποχή μας είναι τέτοια που, πριν από κάνα μήνα, ένας κάτοικος της Μαδαγασκάρης είδε φτερά αεροπλάνου να βγαίνουν από τη θάλασσα και μπόρεσε να τα φωτογραφίσει και να τα στείλει στο mail του CNN. Ακούω εδώ και χρόνια ότι η έντυπη δημοσιογραφία πεθαίνει, αλλά αυτό είναι λάθος: η έντυπη και άτυπη δημοσιογραφία δεν πεθαίνει. Διότι, αν εξαιρέσεις τη σελιδοποίηση, δεν υπάρχει κάτι άλλο που να αποτελεί εξειδίκευση. Μια συνάδελφος που δουλεύει σε δίκτυο μου είπε χθες ότι αυτό που κάνει τώρα, είναι παραγωγή. Η δημοσιογραφία δεν αποτελεί εξειδίκευση. Τελειώνεις το σχολείο και αν θέλεις να γίνεις δημοσιογράφος, γίνεσαι. Η διαφορά πάντα  βρίσκεται στο πόσο σέβεσαι τις θεμελιώδεις αρχές. Η αθλητική δημοσιογραφία, δε, η οποία είναι η κορωνίδα του ίδιου του λειτουργήματος- διότι αν ήσουν κάνας τεμπελχανάς μαθητής, ό,τι έμαθες από γεωγραφία, από πολέμους, από όπερα, από θέατρο, από πολιτική, από δικτατορίες, κοινωνιολογικά, συμπεριφορισιακά, δεν υπάρχει τίποτα που να μην το έμαθες στην περίμετρο του αγωνιστικού χώρου και στα συμπαρομαρτούντα της- δεν απαιτεί σπουδές, ούτε καν ορθογραφία. Απλώς ψώνιο. Ούτε καν καψούρα. Το έχω αποφασίσει: το να θέλεις να γίνεις γκλάμορους για να έχεις γκόμενες έχει ακριβώς το ίδιο βάθος σε κίνητρο με το να θέλεις να γίνεις δημοσιογράφος επειδή αυτή η επιλογή σε καθιστά κοινωνικό ερημίτη.

Οποιοσδήποτε μπορεί να προσφέρει δημοσιογραφία και κοινωνικό λειτούργημα στη δημόσια συνείδηση. Ο Αντώνης έβγαλε μία φωτογραφία τους στύλους του Ολυμπίου Διός με καπνούς από την προσφατη φωτιά και ένα πρακτορείο του τη ζήτησε για να την απορροφήσει, προσφέροντάς του συνεργασία. Κάποτε μπορεί να μιλούσαμε για καταγραφή των γεγονότων: τώρα το σύστημα είναι τόσο εξελιγμένο, με καλύψεις παιχνιδιών, φερ’ ειπείν, και σχεδιαγράμματα και όλα τα σχετικά, που εκείνοι που κάνουν ένα live σε μία μεγάλη ιστοσελίδα ξεχνούν να βάζουν μέχρι και το σκορ. Με αποτέλεσμα η γλυκιά γκρινιάρα Ολίβιους να διαρρηγνύει τα ιμάτιά της μπροστά σε αυτό το έσχατο σημείο που έχει περιέλθει η ενημέρωση, η οποια δεν είναι εξαίρεση στον κανόνα ότι αν υπερφορτώνεις κάτι, θα σκάσει. Το old school, που είναι η δομή και η κατάρτιση, ψωμολυσσάει, αλλά επειδή αποτελεί, προφανώς, την έναρξη μίας θεωρίας, λογικά είμαστε καταδικασμένοι (ευτυχώς ή δυστυχώς) να ζήσουμε την επιστροφή σε αυτήν τη ρίζα, όταν κάποτε η one night stand ενημέρωση θα φουσκώσει τόσο πολύ και θα αρχίσει να αποτελεί καρκίνωμα.

Το μωρό βίωσε την ακριβώς αντίθετη πορεία στις συνειδήσεις με τη φωτογραφία του Παύλου Φύσσα. Η διαφορά, ασφαλώς, είναι ότι στην πρώτη περίπτωση ο εχθρός είναι ορατός: με αυτόν είναι που τα βάζουμε. Προσωποποιούμε τη δουλειά των υπαλλήλων στο αφεντικό, αν και δεν κάνουμε το ίδιο με τον σερβιτόρο, που ενδέχεται να ακούσει τα εξ αμάξης στην περίπτωση που το φαγητό δεν είναι ψημένο όπως θέλουμε, λες και στο Αγρίνιο είχαμε ξαναφάει μπριζόλα blue rare. Η αντιμετώπιση στην ανάδειξη της φωτογραφίας είναι θεαματική:  ένας ψοφοδεής οχλαγωγός φρόντισε να την καταστήσει πληγή, βάζοντας στο μωρό φτερά και, φυσικά, τα στίφη ακολούθησαν.

Δεν έχω καμία αντίρρηση στο γεγονός ότι αυτό το συγκλονιστικό στιγμιότυπο είναι ένα αντιπολεμικό ενσταντανέ. Έχω αντίρρηση στη διαφορετική αντιμετώπιση: όπως με τον Φύσσα, κάποιος το απαθανάτισε, δεν βρέθηκε μόνο του στον διαδικτυακό και έντυπο κόσμο. Αλλά με τον Φύσσα, εκείνος που τράβηξε τη φωτογραφία ήταν αναίσθητος.

Δε ζούμε στην εποχή των αντιφάσεων: αυτές υπάρχουν από τον πρώτο άνθρωπο. Αυτό που βιώνουμε είναι η γελειωδία της αντίφασης, η οποία περνά μέσα από τον δογματισμό. Βιώνουμε ακριβώς αυτό που δεν υπήρχε ποτέ στην επικοινωνία της μεγάλης πόλης. Την «καλημέρα», που δεν το βρίσκεις κάπου στην Αθήνα και το βρίσκεις στο μέσο της διαδικτυακής κοινότητας (ως trendy σημάδι ευαισθησίας) και το οποίο φέρνει τα επακόλουθα. Μία αποδεκτή καλημέρα συνεπάγεται μία αποδεκτή γνώμη. Μια καλημέρα μπαίνει στον μετρητή, για να μάθει πόση την υπερασπίζονται. Και μία γνώμη χωρίς να το πολυσκεφτείς γίνεται μέρος της αυτοβιογραφίας σου τη στιγμή που συμβαίνει και σε καθιστά για λίγο λόγιο.

Στη λαϊκή καθομιλουμένη αυτό μεταφράζεται ως, «ρε κακό που μας βρήκε...». 

—————

2015-09-01 05:03

Σκέψεις στην παραλία

Ενδόμυχα είχα αρχίσει να συμπαθώ τον Διονύση Σαββόπουλο από πιο πριν, αλλά η σχέση του ακροατή σε τακτά χρονικά διαστήματα σφραγίστηκε πέρυσι το καλοκαίρι. Αυτό που συνέβη, ήταν ότι η φίλη μου η Κατερίνα έβαλε το «Τσάμικο», μετά το πέναλτι του Γιώργου Σαμαρά με την Ακτή Ελεφαντοστού στο τελευταίο παιχνίδι των ομίλων του Παγκόσμιου Κυπέλλου. Ο στίχος, φυσικά, «η Ελλάδα που αντιστέκεται, η Ελλάδα που επιμένει, κι όποιος δεν καταλαβαίνει δεν ξέρει πού πατά και πού πηγαίνει», είναι μια κοινοτοπία και στο Euro 2004 άκουσα την πρώτη φράση τόσες φορές που μπούχτισα και ήμουν σίγουρος ότι θα μπορούσα πολύ άνετα να ζήσω και χωρίς αυτή.

Αλλά αυτό σημαίνει να διαθέτεις καλό τάιμινγκ μαζί με οξύνοια. Μπορείς να βάλεις ένα ανεπίτρεπτο πατριωτικό κλισέ, από εκείνα που το «πφφφ» είναι η πιο σωστή αντίδραση και να συγκινήσεις κάποιον που εδώ και χρόνια έχει αφορίσει τα πατριωτικά κλισέ.

Αν, ένα χρόνο πριν, αυτή η παράθεση σημάδευε απευθείας τη συγκίνηση, το έμβρυο που προέκυψε από τη βέβηλη συνουσία του Υπέρτατου Θεατρικού Ψέματος με την Προγονική Μνήμη, ένα χρόνο μετά, μπροστά στην ακρόαση του Τσάμικου μπορείς να καγχάσεις. Ο χρόνος πατέρας πάντων και μεγάλος φαρσέρ, αν θέλετε τη γνώμη μου. Έκτακτος και, όποτε χρειάζεται, χονδροειδής. Είναι σκληρόπετσος διότι η καλή μνήμη δεν συνοδεύεται, τις περισσότερες φορές, από τη διδαχή. Ο χρόνος είναι η μόνη κατάσταση που δεν εγγυάται ότι αν κάνεις ακριβώς το ίδιο λάθος μετά, θα μπορέσει να το διαφοροποιήσει.

Δεν νομίζω ότι ήμουν γεννημένος για να γράφω, αλλά αγαπάω τα σπορ. Όχι την εξειδίκευση, παρά την αθώα σπουδή στις αισθήσεις. Οι φορές που απολαμβάνω το μνημονικό είναι εκείνες που θυμάμαι τι συνέβη μετά από ένα σπουδαίο παιχνίδι. Τις προάλλες μού ήρθε- και δεν έχει φύγει ακόμα- εκείνη η νύχτα που έγραφα ραβασάκια σε μια καφετέρια στο Γαλάτσι τη Μεγάλη Τετάρτη του 2004. Δεν θα το θυμόμουν με τίποτα αν δεν είχε συμβεί, πρωτύτερα, το Λα Κορούνια-Μίλαν 4-0. Πολλά σκηνικά. Μπορώ ανά πάσα στιγμή να βρω την ημερομηνία του πρώτου ραντεβού μου μακριά από τα αδιάκριτα μάτια στην Απείρανθο το καλοκαίρι του 1998: ήταν στον ημιτελικό του Μουντιάλ της Γαλλίας με την Κροατία. Ένα ματς που είχε πάρει τεράστιες διαστάσεις επειδή ακριβώς δεν το είδα. Για χρόνια μετά, σκεφτόμουν, «όσο και αν σε επηρεάζουν τα κορίτσια, ποτέ, μα ποτέ, μα ΠΟΤΕ (βάζω και λίγο Τσόρτσιλ μέσα) μην χάσεις ξανά τέτοιο ματς».

Η αναφορά στον Σαββόπουλο δεν είναι τυχαίο παράδειγμα, όσο κι αν η καταγραφή σκέψεων έφερε μερικές σκόρπιες καταστάσεις στο φως, που μπερδεύουν τους αναγνώστες όσο και τον γράφοντα. Πάνω στην πόλωση των ημερών της εβδομάδας του δημοψηφίσματος αλλά και των υπόλοιπων δύο εβδομάδων, αναδείχθηκαν νευρωτικές πτυχές του  εαυτού. Βρεθήκαμε εκεί που έπρεπε ώστε να δοκιμαστεί η σεμνότητα και η μετριοπάθειά μας. Λένε ότι για έναν άντρα κωμωδία είναι να σκοτωθεί στον υπόνομο και τραγωδία να χύσει τον καφέ στο πάτωμα και μπορώ να επιβεβαιώσω, τουλάχιστον σε ένα κομμάτι, ότι υπάρχουν αληθινά στοιχεία. Από τον τύπο που έγραψε τη «Θανάσιμη Μοναξιά του Αλέξη Ασλάνη» ίσως να περίμενες μία πιο αδιάλλακτη στάση, αλλά επειδή καιρός φέρνει τα λάχανα μα και τα παραπούλια, έπεσα σε ένα βίντεο στο οποιο ο αιρετικός Βασίλης Ραφαηλίδης βάλλει κατά του Σαββόπουλου, μια και τον χαρακτηρίζει πουριτανό. Πράγματι, δεν νομίζω ότι σε καμία διάσταση των εκδηλώσεών του παλαιόθεν, ο εντυπωσιακός μουσικός με το σύμφυτο παιγνιώδες στη δημιουργία είχε κάποια ανάγκη να κρύψει την «πισινή» που κρατούσε απέναντι στα πράγματα. Είναι λάθος- και το λέω με βεβαιότητα παρα το γεγονός ότι προκύπτει αγώνας μέχρι να γίνει συνειδητή στάση- να σκέφτεσαι ότι ο καλλιτέχνης είναι το τραγούδι του. Αν πραγματοποιούσα όσες συμβουλές δίνω και μπορούσα να είμαι τα κείμενά μου, τότε πιθανότατα θα ήμουν πλούσιος, με ήρεμη ισορροπημένη ζωή και αριθμό κοριτσιών που θα παρέπεμπαν σε Μορμόνο. Κάποιο λάθος, ωστόσο, δεν ξέρω, λειτουργικό, κατά τη διάρκεια της ζωής κάποια στιγμή που πήγε πραγματικά στραβά, έχει γίνει.

Πέτυχα κάποιους, με διάθεση να φθάσουν σε μετωπική σύγκρουση και ελάχιστα ρίσκα στο τραπέζι (αλλά θα δεχθώ και την ανθρωπιστική πλευρά του πράγματος), οι οποίοι αφόρισαν τον Σαββόπουλο. Βεβαίως, το Τσάμικο είναι Ωδή, το ίδιο και το «Σου μιλώ και κοκκινίζεις» και το «Καλοκαίρι». Αν τα δύο πρώτα αναδεικνύουν τη βαθιά ελληνικότητα, το τρίτο είναι ένα ολοκληρωμένο τραγούδι που στο τσακίρ κέφι αποκαλώ αριστούργημα.

Πριν από 15 χρόνια, μέσα στη λάμψη του Σεπτέμβρη του 2000 που ήταν ένα μοναδικό αξιοθέατο για όσους είχαν τελειώσει το σχολείο και οι μέρες είχαν νοήματα μόνο μέσα από τη συνέχιση της θερινής ραστώνης (και ποια συνέχιση, ε; Της γλυκιάς κούρασης που ματαίως ελπίζαμε να απασφαλίσει τις δημιουργικές κροτίδες της γενιάς μας· αναφερόμενος επαναλαμβανόμενα σε εκείνη τη στιγμή νιώθω πως ό,τι σπουδαίο κάναμε έμεινε κρυμμένο στα στιαστά και ήταν ντυμένο με μία αρχαιοελληνική- πρέπει να μας το δώσω αυτό- ραθυμία), με ενδιέφεραν τα τσιτάτα. Και τα χριστουγεννιάτικα λευκώματα με κινηματογραφικές ατάκες ή, έστω, στίχους που είχαν κάποιο ενδιαφέρον ψυχαγωγγκό. Έτσι έπεσε στα χέρια μου, ως ένοικος της Κάνιγγος και τεμπέλης μαθητής φροντιστηρίου τη δεύτερη χρονιά των Πανελληνίων ένα βιβλίο κίτρινου και πράσινου χρώματος, το οποίο πριν λίγο σταμάτησα το ψάξιμο για να ψάξω να βρω πού είναι. Αν κάποιος έχει μπει στο δωμάτιο, θα πρέπει να καταλάβει ότι το εγχείρημα ήταν αδύνατον να στεφθεί με επιτυχία.

Σε μία σελίδα του ήταν αναρτημένος ένας στίχος από το «Καλοκαίρι». Έλεγε, «με τη φέτα το καρπούζι στο ένα χέρι». Είτε ήταν αποφυγή ακούσματος είτε επρόκειτο για μία ξεθωριασμένη μνήμη όταν πράγματι υπήρχαν τα μέσα για να το κάνω (δηλαδή 4 χρόνια μετά, όταν άρχισα να χρησιμοποιώ ηλεκτρονικό υπολογιστή), δεν το άκουσα μέχρι πέρυσι.

Στη στήλη που κρατούσα σε αθλητική ιστοσελίδα αναφέρθηκα σε αυτό. Ήταν ένα τραγούδι ολοκληρωμένο. Μετά, φέτος, βρήκα την ευκαιρία: γυρνούσαμε από Νάξο με τη Γιωργία και της έβαλα να το ακούσει. Ήμαστε ακριβώς, με το καράβι να ξεμακραίνει από το λιμάνι, στη θέση που έπρεπε ωστε να εκτιμηθεί το δεύτερο μέρος του. Το οποίο είναι άρρωστο.

Βρισκόμουν στην παραλία όταν υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι του χρόνου θα κάνω γεμάτο καλοκαίρι. Κάπου στον Πύργο. Την ώρα που είχα αράξει στην ξαπλώστρα. Που άφησα για λίγο το βιβλίο. Κάπου ανάμεσα στο να μπω και στο να μην μπω.

Νομίζω ότι είναι κάτι οικουμενικό: κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού σκέφτεσαι το επόμενο. Πέραν της ανθρώπινης αχαριστίας, αυτό αναδεικνύει κάτι άλλο: την ψευδαίσθηση της ίδιας της εποχής.

Η εξιδανίκευση του καλοκαιριού δεν σταματά όταν έρχεται. Υπάρχει κάτι θρησκευτικό στην ίδια τη σκέψη: αυτό που περιμένεις είναι να σε στείλει σε απάτητη μέρη. Ήδη η αγωνία σου φανερώνεται, αν και είσαι μέσα στη θερινή ραστώνη. Ο χρόνος μοιάζει λίγος. Και αυτά που θέλεις δεν συμβαίνουν. Εκεί, χωρίς να έχουν τελειώσει καν οι διακοπές, χωρίς να υπάρχει απολογιστική διάθεση, ονειρεύεσαι μέρη. Παραδείγματος χάρη, πολλές φορές φέτος, αν και, παρά το γεγονός ότι το συντριπτικό μέρος του Αυγούστου το έβγαλα στην Αθήνα (χωρίς να έχω πρόβλημα και γνωρίζοντας ότι δεν πρόκειται να μου μείνουν απωθημένα· έχω ανοσία στη ζήλια των φωτογραφιών από τις παραλίες ή από διάφορα άλλα μέρη), έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται την Πύλο, αν και εκεί η αλήθεια είναι ότι ο νούμερο ένα λόγος που θα ήθελα να πάω ήταν για να χαιρετίσω το μέρος στο οποίο ο Ίθαν Χοκ και η Ζούλι Ντελπί γύρισαν το «Πριν τα Μεσάνυχτα», το τρίτο μέρος των εκπληκτικών ταινιών που δεν χάνω ευκαιρία να αναφέρω. Αυτό συνέβη ενώ παραθέριζα και, κατά τη γνώμη μου (αφού αυτή υπάρχει εύκαιρη), αναδεικνύει μία άσχημη πλευρά της ανθρώπινης φύσης. Η σκέψη για τις καταστάσεις που θέλεις να βιώσεις είναι εύκολη, αλλά ασφαλώς η μετουσίωση είναι δύσκολη. Όταν, όμως, είσαι στην παραλία και βάζεις στόχους για τον καιρό που έρχεται, αυτοί μοιάζουν να ρέουν από την ευκολία με την οποία νιώθεις ότι μπορείς να τους πετύχεις. Τους πιάνεις, που λέει ο λόγος, σχεδόν την ώρα που τους σκέφτεσαι.

Ίσως να ευθύνεται το μάκρος του ορίζοντα και το χαμένο μάτι σε ένα δυνητικό υπερπέραν, που δεν μπορείς να πεις ότι βοηθάει ακριβώς. Ίσως, πάλι, να μπορείς να αντιλαμβάνεσαι ακριβώς κάποιες δυνατότητες που δεν απέχουν από την πραγματικότητα, αλλά που δεν μπορεί να τις αφήσει  κοινωνική καθημερινότητα να ανθίσουν. Μπορεί και να είναι ότι το να παίρνεις την πετσέτα σου και να την απλώνεις στην άμμο, απλώς καθισμένος με σύμμαχο τον χρόνο, συμβολίζει μια αληθινή πράξη, σε αντίθεση με τις μέρες (οι οποίες δεν είναι θλιβερές αλλά μοιάζουν) των καιρών που ό,τι και να κάνεις, μοιάζει σαν να μην έχει κάνει τίποτα. Όπως και να έχει, ο τραγουδοποιός το έγραψε: μες στα κόκκινα της Δύσης του ανατέλλει.

Πάντα μου άρεσε ο πρώτος ήλιος του Σεπτέμβρη. Ειδικά στα παιδικά χρόνια μου, που σε αφθονία μου δόθηκαν μέρες δίπλα στον ασβέστη. Περνούσα τη στενοχώρια της φυγής, κοιμόμουν και όσο είσαι μικρός είναι εκπληκτικό ότι στο πρώτο ξύπνημα πρέπει να ρίξεις μια ματιά στο δωμάτιο για να καταλάβεις πού είσαι. Άνοιγα το παντζούρι και ο ήλιος απλωνόταν. Μια αισιόδοξη αρχή για να στηρίξεις τα επόμενα θερινά όνειρα. Τα οποία είναι σαν τις πιο απίθανες φαντασιώσεις σου, με τη διαφορά ότι δεν συμβαίνουν ενώ το θέρος υπάρχει,σε αντίθεση με το αντικείμενο του πόθου, το οποίο είναι εκατοντάδες χρονικά, τοπικά μίλια μακριά.  Ακόμα και αν βρίσκεται δίπλα σου. 

—————

2015-08-20 15:42

Η τραγωδία της κοινωνικής εξυπνάδας

Ο ευρωπαϊκός τρόπος ομιλίας δεν εκλείπει από τις περισσότερες πολιτιστικές περιστάσεις της ζωής. Οικοδομείται από τα μικράτα και αναλώνεται σε φρικτές επαναλήψεις.  Τα social media είναι ένα πεδίο που ανά περιπτώσεις γίνεται πολύ διασκεδαστικό, παρ’ όλα αυτά παραμένει ένας τάφος στο νεκροταφείο της γλώσσας που γέννησε η δημοκρατία.

Δυστυχώς, αναγνώστη, ο 19ος αιώνας, ο θαυμαστός αιώνας για την Ευρώπη, έφερε την κοινοτοπία στην ομιλία. Μπορεί να απάλλαξε επιφανειακά τον άνθρωπο από τη θρησκευτική μισαλλοδοξία και τη δικτατορία (που η σκληρότητά της μόνο με τις αφρικανικές μπορεί να συγκριθεί), παρ’ όλα αυτά η δημοκρατία έφερε μαζί της μια φρικτή επανάληψη στους λόγους. Ο Γκουστάβ Φλωμπέρ, συγγραφέας του μεγαλειώδους «Μαντάμ Μποβαρί» (στο κινηματογραφικό έργο του 2015 πρωταγωνιστεί η κατά τη γνώμη μου εθνική Πολωνίας, Μία Βασικόφσκα) αρκετά νωρίς κατάλαβε ότι οι άνθρωποι ρέπουν στις ανυπόφορες επαναλήψεις. Δεν είναι τυχαίο που κατέγραψε όλες τις κουβέντες οι οποίες γίνονταν κοινοί τόποι και δεν ξέφευγαν ποτέ από τα χείλη ως ενδεδειγμένες απαντήσεις και θέματα προς συζήτηση και μάλιστα έκανε σκετς μαζί με τους φίλους του, προκειμένου να τα κωμωδοποιήσει. Η συγκεκριμένη καταγραφή, βεβαίως, ήταν μια ενασχόληση στην οποία ο ίδιος επιδίδετο στον ελεύθερο χρόνο του. Όταν ήταν να γράψει ένα βιβλίο, οι βιογράφοι του συμφωνούν στις περιγραφές τους ότι ήταν εξαντλημένος μετά τη συγγραφή μίας σελίδας, απλώς και μόνο. Ο Φλωμπέρ απλώς απεχθανόταν τα κλισέ, τις ατάκες που ντρόπιαζαν τη γλώσσα και επί του πρακτέου έπαιρνε το ρίσκο να μην κάνει έκπτωση στη δική του εργασία. Ως εκ τούτου, και μέσα από την εξάντληση του πνεύματος, κατάφερε να περιγράψει μια από τις ωραιότερες ερωτικές σκηνές όλων των εποχών στη «Μαντάμ Μποβαρί», χωρίς να επιτρέψει στην πορνογραφία να παρεισφρήσει στην αφήγηση. Κάποια στιγμή και αυτή θα έβρισκε τη θέση της στο προσκήνιο, αλλά αντί να γίνει το αναμενόμενο, δηλαδή να αυξήσει τον πλούτο της γλώσσας, αναιμικές περιγραφές και τοπία χωρίς κάτι το αξιοπρόσεκτο ή το βαθύ πήραν τη θέση των απίθανων λεκτικών κόλπων τα οποία καθιστούν τον συγγραφέα πραγματικά σπουδαίο.

Ασφαλώς, δεν πρόκειται για συγγραφή, την οποία ένα 95%, όχι του ανθρώπινου πληθυσμού αλλά, των σύγχρονων συγγραφέων δεν καταφέρνουν να αποδώσουν σε ένα ικανοποιητικό στάδιο ουσίας (και όχι ποσότητας), αλλά για τον ίδιο τον κόσμο. Η δομή των σχέσεων σε συνάρτηση με την ταχύτητα δίνει τη θέση της στην ετυμολογία. Δεν είμαι βέβαιος αν σας έχει τύχει, αλλά πόσο παράξενος μοιάζει ένας συζητητής που δεν ανταποκρίνεται απευθείας σε μία τοποθέτηση, επειδή δεν χαλαλίζει μια απάντηση η οποία είναι αναγκαστικά ακουσμένη ξανά: και δεν το κάνει επειδή θέλει να βρει κάτι διαφορετικό να πει, αλλά διότι δεν διατίθεται να ξεπουλήσει τη γνώμη του χωρίς να είναι δομημένη σωστά. Η ετυμολογία έχει γίνει συνώνυμο της εξυπνάδας και τούτο είναι ακριβώς ένα σημείο του νήματος στην καθολική τραγική ιστορία του ανθρώπου ως κοινωνικού όντος. Μια φορά προσπάθησα να κάνω εξομολόγηση σε μία κοπέλα και ανεξαρτήτως αν αυτά που είχα πει είχαν ειπωθεί ξανά από επίδοξους εραστές, αντιλαμβανόμουν ότι το μέρος που συνέβαινε και η ταχύτητα στην οποία έπρεπε να υπακούσω για να γίνει η εξομολόγηση απομάκρυναν την ίδια της υπόστασή μου από το προκείμενο που ευχόμουν να γίνει επικείμενο. Άρχισα να τρέμω σαν κομπρεσέρ σε δράση και η ντροπή μου από μια πράξη ασυνήθιστη, η οποία δεν έκρυβε πουθενά μια ασφάλεια, ήταν μόνο ένα κομμάτι από το όλο σκηνικό που κατέληξε σε παρωδία άνευ προηγουμένου. Επρόκειτο για την ανομολόγητη επιθυμία να βγει εκ των έσω η ίδια η εξομολόγηση, η οποία πια είχε γίνει τόσο σημαντική και είχε αποκτήσει υπερβατικό χαρακτήρα. Παρά τη δυσκολία και προφανώς την ειρωνικά σιωπηλή απόρριψη, η ίδια η πράξη είχε κάτι από την επιρροή των χρόνων που έχω ζήσει πάνω μου. Φυσικά, η κοινωνία αποφαίνεται ότι η αξία του αντικειμένου (του υποκειμένου που, με βάση τη διαλεκτική, γίνεται αντικείμενο, ένας τόπος δόξας ή καταστροφής) θα έπρεπε να είναι εκείνη που δίνει το έναυσμα στην πράξη για να υπάρχει. Δεν θα μπορούσα να διαφωνώ περισσότερο.

Κοινωνική εξυπνάδα, αυτή η μάστιγα. Η ετυμολογία είναι συνώνυμο του καυγά. Μόνο όταν καυγαδίζεις, άρα και δεν θέλεις να αφήσεις τον αντίπαλο να σε ξεπεράσει, καλείσαι να απαντάς γρήγορα, διότι τότε ο μεταμφιεσμένος σε αξιοπρέπεια εγωισμός μπαίνει σε πρώτο πλάνο. Ποιος θέλει να είναι ευάλωτος δημοσίως; Ακόμα και αν τα επιχειρήματά σου σε έναν τσακωμό είναι σαθρά, αυτό που καλείσαι να κάνεις είναι να μιλάς. Συμβαίνει το ίδιο με τα χιουμοριστικά πειράγματα, τα οποία σε αρκετές περιπτώσεις είναι υπόκωφα και ο νικητής λάμπει για λίγο από τον μοναδικό φακό που η εκάστοτε νύχτα, ξάστερη αν μη τι άλλο, έχει κρατήσει για τον νικητή. Ουδείς αμφισβητεί ότι η ετυμολογία είναι μία ικανότητα που αποκτάται και αναλόγως με το ταλέντο εξαρτάται και το πόσο ενεργητική είναι η ακοή σου. Είναι μια οδυνηρή αλήθεια, όμως, ότι αν απαντάς γρήγορα σε ένα προσωπικό ζήτημα το οποίο δεν έχει συμβεί ξανά στον άνθρωπο που στο αφηγείται (διότι είναι αναπόφευκτο ότι ο άνθρωπος ο οποίος θα πρέπει να αντιδράσει σε ένα προσωπικό ζήτημα το οποίο είναι παρόμοιο με κάτι που του είχε τύχει ξανά, θα το χειριστεί με τον ίδιο τρόπο που το έκανε την πρώτη φορά, ανεξαρτήτως αποτελεσμάτων) σημαίνει ότι έχεις σχηματίσει πολύ γρήγορα μια γνώμη και άρα δεν έχει ακούσει απολύτως τι σου είπε και το ίδιο ισχύει με την ανάγνωση, το περίφημο skimming κατά το οποίο διαβάζεις ένα βιβλίο διαγωνίως και όχι λέξη προς λέξη. Γεγονός για τη συγκέντρωσή σου είναι ότι γνωρίζεις πότε την επιδεικνύεις: μοιάζει με τη λήθη, επειδή είσαι ολότελα χαμένος στον στόχο, που στη συζήτηση υφίσταται είτε διαβάζοντας είτε ακούγοντας. Όλος αυτός ο τρόπος επικοινωνίας αφαιρεί την πρωτοτυπία και τον εαυτό σου, το περίγραμμα της ύπαρξής σου, δηλαδή το στυλ.

Δεν την αφαιρεί, απλώς, την απαγορεύει. Το κόμπιασμα να βγάλεις κάτι από μέσα σου, αυτήν την ευλογία του να ξεριζώνεις τα λεκτικά σωθικά σου για να αναδείξεις ένα αποτέλεσμα που θα μοιάζει με ιερή εξομολόγηση, που στο τέλος του θα περνάς από το στάδιο της πνευματικής ανακουφιστικής κούρασης, μοιάζει πια εχθρός της νόησης. Οι κινήσεις συνεχίζονται, σε αυτό το πεδίο της ελευθεριότητας και της συντετριμμένης από το ίδιο γλωσσικό πρίσμα διαμαρτυρίας, που έχει πάψει πια τη βαθύτητα στην οργή, όμοιες, σε ένα ταξίδι εκ προοιμίου επιφανειακό. Στωμύλοι, αλαζόνες εν κρυπτώ και ραβίνοι της κοινοτοπίας, πορευόμαστε με την ακοή εκμηδενισμένη ψάχνοντας να βρούμε απαντήσεις οι οποίες ενδεχομένως κρύβονται μέσα στο σιωπηλό διάλειμμα που θα έπρεπε να μεσολαβεί από τη μία γνώμη έως την άλλη: αν περιμέναμε μισό λεπτό πριν εκφράσουμε τη θεωρία μας (και ακόμα και αν αυτό που θέλουμε να πούμε είναι πολύ σημαντικό, αναδεικνύουμε τη σκέψη μας με ήχο, ένα «εεεεε», το οποίο προς θλίψη χρησιμοποιείται για να μη δοθεί στον συζητητή η ευκαιρία να συνεχίσει) ο κόσμος μας θα ήταν πολύ καλύτερος. Αλλά ακόμα και αν δεν ήταν καλύτερος, θα ήταν πιο νόστιμος.

—————

2015-08-14 06:38

Innocent when you dream

Δυσκολεύομαι, είναι η αλήθεια, να ξεκινήσω αυτό το κείμενο. Ο λόγος είναι ένας: δεν έχω ιδέα από μουσική. Αρκετοί άνθρωποι που γνωρίζω είναι τόσο καλά καταρτισμένοι για συγκροτήματα και για τις μουσικές τους, για την ποπ Βρετανία του ’70 και του ’80, για τους Doors, τους Stones και τους ανυπέρβλητους Pink Floyd. Μόλις πριν λίγες μέρες βγήκα για ένα ποτό με φιλικό ζευγάρι (που, μη νομίζετε, αποτέλεσε τη μύησή μου στο Smoothies) και γνώριζαν δύο καταπληκτικές, λέει, ταινίες, που αφορούσαν στη μουσική. Θυμάμαι τον τίτλο της μίας, αλλά δεν πρόκειται να τον γραψω, διότι δεν θυμάμαι τον τίτλο της άλλης.

Προφανώς, όπως κάθε πολιτιστικό πεδίο που αφορά σε τέχνη- η οποία μετατρέπεται σε καλλιτεχνία- η μουσική παράγει τις δικές της ιστορίες. Μπορεί να γίνει τέλεια μεταφορά, αν και δεν είμαι σίγουρος ότι μπορείς να μεταφέρεις άλλη κατάσταση για να περιγράψεις έναν μουσικό, τουλάχιστον κάποια που δεν έχει να κάνει με κάτι που θα μοιάζει έντονα με ντοκιμαντέρ για άγρια ζώα. Πριν από περίπου ένα μήνα βρέθηκα στον Βόλο και παρακολουθήσαμε ένα περίεργο συγκρότημα τριών παιδιών που έπαιζε κάτι λαϊκά κομμάτια τα οποία δεν είχα ακούσει ξανά. Επειδή η Κατερίνα γνώριζε τα παιδιά πιάσαμε κουβέντα για τη μουσική και όταν ο λόγος, πτερόεν και ατίθασος, έφερε τον Μόρισον στο προσκήνιο, ο ένας που βρισκόταν εκείνη τη στιγμή στο τραπέζι διέρρηξε τα ιμάτιά του: «Δεν μου αρέσει, δεν τους μπορώ τους ομορφούληδες». Βλέπετε, δεν είναι υπερβολή να διατείνει κάποιος ότι ακόμα και η κρίση του μουσικού επηρεάζεται από την εξωτερική εμφάνιση και από το υπόβαθρο στο οποίο μεγαλώνει κάποιος, και όχι από την ίδια τη μουσική του. Όποτε συμβαίνει κάτι τέτοιο, νιώθω έναν θρίαμβο: ακόμα και μέσα στη δημοσιογραφία εκείνοι που έχουν παίξει ποδόσφαιρο ισχυρίζονται ότι πρέπει να έχεις παίξει ποδόσφαιρο για να ξέρεις να γράφεις για ποδόσφαιρο. Φυσικά, είναι μια ανοησία και ισχύει για όλα τα σπορ και για όλες τις πιθανές εκδηλώσεις και σχέσεις. Το πιο αφελές που μου έρχεται είναι ότι όταν αγαπάς κάποιον τον αγαπάς ως εσύ και δεν πρέπει να γίνεις ο άλλος για να νιώσεις το συναίσθημα.

Πού και πού, πάντως, θα τύχει να μου αρέσουν πολύ μουσικοί που δεν λέγονται Φοίβος και δεν έχουν παραστήσει τον Σημίτη σε τραγούδι, δηλαδή κάποιοι που δεν υπήρξαν σταθερές παιδιόθεν και δεν μεγάλωσες μαζί τους. Πριν από σχεδόν δυο χρόνια η Μαριαλένα που έστειλε να ακούσω τους 2 Cellos και το πάθος ήταν ακαριαίο. Θα μπορούσα να ακούω με τις ώρες Βασίλη Νικολαΐδη- ενώ δεν θα μπορούσα να ακούσω τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου για πάνω από δύο διαδοχικά τραγούδια- ενώ πέρυσι είχα πάθει μια ψύχωση με το Τσάμικο του Σαββόπουλου. Και εδώ και κάποιους μήνες βρίσκομαι να μου αρέσει, να μου αρέσει όμως με μία υπερβολή ανήκεστη, το «Innocent when you dream». Από Τομ Γουέιτς.

Πριν περίπου δέκα χρόνια, το μόνο που γνώριζα για τον Τομ Γουέιτς ήταν ότι ο Φοίβος είχε πάρει ένα τραγούδι του και το είχε σχεδόν μεταγλωττίσει, κάνοντας το «Χάλια», έναν τίτλο με τον οποίο ονόμασε τον δίσκο που έβγαλε μετά το μιλένιουμ, όταν είχε, πια, απολυθεί από φαντάρος. Το περίφημο Invitation to the blues το άκουσα, στην κανονική εκτέλεσή του, μόλις τον Ιούνη και ο λόγος, όπως λέει και ο αδελφοποιτός μου, είναι ότι είμαι κομπλεξικός: δεν μπορούσα να ακούσω κάτι που ενδεχομένως να ήταν καλύτερο από την εκτέλεση που είχα στο μυαλό μου ως ιδεατή. Όταν το πόσταρε η Σοφία, μπήκα στον πειρασμό. Προφανώς είναι έπος. Διότι ο Τομ Γουέιτς είναι ένας από τους μεγαλειωδέστερους μουσικούς εν ζωή, επειδή είναι υποτιμημένος. Για την ακρίβεια, είναι δύσκολος.

Το innocent when you dream άκουσα πιθανότατα για πρώτη φορά το 2009, όταν η φίλη μου η Σοφία μου το έστειλε στο chat του Facebook, που τότε ήταν ένα μέσο το οποίο χρησίμευε για να λες τα νέα σου και να στέλνεις τραγούδια. Παρ’ όλο που μου άρεσε πολύ, το άφησα στην άκρη. Φυσιολογικά, επανήλθε, όπως επανέρχονται τα οράματα κάθε λογής, ακόμα και αν στο επικείμενο παρόν κρατούν μόλις ένα δευτερόλεπτο. Σχεδόν την ίδια εποχή, τον είδα να παίζει τον Διάβολο στο Imaginarium  of Doctor Parnassus, την τελευταία (και μάλιστα ανολοκλήρωτη) ταινία στη ζωή του Χιθ Λέτζερ. 

Μπορώ να πω, σίγουρα επηρεασμένος από τη συναισθηματική ένταση που ξεσηκώνει την άμμο της πρόσφατης μνήμης και εικόνων που είναι ήδη πασπαλισμένες με αστερόσκονη, ότι το δεύτερο κουπλέ είναι μία από τις κορυφαίες μουσικές στιγμές όλων των εποχών. Ο Γουέιτς είναι, και αυτό το λέω με βεβαιότητα και χωρίς να ξέρω πού παν’ τα πέντε μου στο πεντάγραμμο, ένας μουσικός Γαργαντούας. 

Αλλά ακόμα και αν δεν είναι από τις καλύτερες όλων των εποχών, στέκομαι μπρος στους στίχους με δέος. Ένα πρόβλημα που είχα με τα τραγούδια στη λατινική, ήταν ότι δεν με ένοιαζαν τα lyrics. Δεν ψαχνόμουν ποτέ για να διαπιστώσω τι λέει ο ποιητής, διότι αναμφίβολα τύποι σαν τον Τομ Γουέιτς είναι μάστορες στην ποίηση. Το innocent when you dream, βγαλμένο από μια φωνή που μοιάζει με σωθικά μεταμφιεσμένα σε ήχο (και προφανώς ο ίδιος ο ερμηνευτής μπορεί να έχει την ευχέρεια να τη βγάζει με άνεση), μια φωνή που δεν θα ήθελες να έχεις για ξυπνητήρι και στην οποία το τσιγάρο κάνει παρέα με το ποτό πεντακάθαρο, λίγο πριν ένα φιλί τους δημιουργήσει ένα ωστικό κύμα, προσφέρει τη χαρά μιας στωικότητας βγαλμένη από καπηλειό. Μόνο το κρασί, φίλες και φίλοι, μπορεί να προσφέρει τη συγκίνηση της παρέας και του χαμένου έρωτα περισσότερο από κάθε τι άλλο και ακόμα και αν δεν είναι κρασί, είναι απαραίτητο το αλκοόλ να ξεχειλίζει μέσα από τις σάρκες των πειναλέων που κάθονται για να πιουν, να φάνε και να καπνίσουν. Η τσίκνα και η νικοτίνη είναι εκείνα που κυριαρχούν στον χώρο, μαζί με τα τρανταχτά γέλια που στο αναγεννησιακό αισθησιακό όργιο που ξεκινά από τους ζουμερούς μεζέδες, δεν ενοχλούν κανέναν. Στο innocent when you dream καμπάνες χτυπάνε και το τρίτο κουπλέ μπαίνει με τον Γουέιτς να ακολουθεί τη χορωδία, δίνοντάς σου την εικόνα ότι ξεχάστηκε να ξεκινήσει να τραγουδά ταυτοχρόνως με τους ομοτράπεζούς του.

Και, εν τέλει, είναι τι κάνει το μπραφ στη δική σου καρδιά. Διότι όταν λέει, «i made a golden promise, that we will never part, i gave my love a locket and then i broke her heart», όταν ζητάει με τέτοιον τρόπο συγγνώμη από μια χαμένη αγάπη, ανασταίνει κάθε δική σου αδυναμία την οποία κρύβει πειθήνια μέσα στο μάρσιπό της η πραγματικότητα, δίνοντάς σου δικαιολογίες. Ο χρόνος μπορεί να είναι ένας αναισθησιολόγος, άλλοτε ατζαμής και άλλοτε ακριβής σαν τη μανιβέλα που καταγράφει το εγκεφαλογράφημα, αλλά ένας στίχος είναι εχθρός του. Διότι τον παγώνει. Εκεί έγκειται η απλότητα. Στο γεγονός ότι χρειάζεται να υπάρχουν λεκτικές βάσεις που να είναι στέρεες και επ’ ουδενί περίπλοκες και να εγκαθιδρύουν το δικό τους καθεστώς ώστε όσα χρόνια κι αν περάσουν, να μπορείς να θυμηθείς το συναίσθημα.

Χρόνια Πολλά σε όλους και όλες για την αυριανή μέρα, την οποία ήμουν αρκετά τυχερός να περάσω την τελευταία πενταετία σε μία Αθήνα που γιόρταζε αδειανή, αλλά φέτος θα κάνω μια εξαίρεση για να πάω κάπου που δεν με ξέρει σχεδόν κανείς- ή, τουλάχιστον αυτός είναι ο σκοπός μου. Δεν σας εύχομαι χαμένα πάθη, αλλά σας εύχομαι, αν έχετε τέτοια, να μπορείτε να τα ακούσετε. Και ένας από τους πιο ασφαλείς και ευλογημένους τρόπους (από τις σπάνιες φορές που η ασφάλεια και η ευλογία συμπίπτουν) είναι μέσα από τη μουσική.

—————

2015-08-13 18:52

Η ζωή είναι ωραία

Τις τρεις τελευταίες μέρες του τουρνουά κολύμβησης στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του Καζάν έλαβαν χώρα οι κορυφαίες επιδόσεις της χρονιάς στα 200μ. πεταλούδα, στα 100μ. πεταλούδα και στα 200μ. μεικτή ατομική. Και ούτε μία εξ αυτών συνέβη στο Καζάν. Όλες έγιναν στο Σαν Αντόνιο, εκεί που γίνεται το πρωτάθλημα κολύμβησης των ΗΠΑ. Και όλες τις έκανε ο ίδιος κολυμβητής.

Ασφαλώς, θυμάστε τον Μάικλ Φελπς.

Είχα πρόβλημα να τον συμπαθήσω. Στην αρχή ήταν ένα παιδί-θαύμα με μεγάλο σαγόνι, το οποίο έκλεβε τη δόξα από το παιδί-θαύμα που υποστήριζα, τον Ίαν Θορπ. Στο Πεκίνο, το 2008, ο αγώνας του για τα 8 χρυσά μετάλλια με έβρισκε απέναντι. Ούτως ή άλλως, όλη εκείνη η εβδομάδα ήταν ένα τερατούργημα, ένα στρίμωγμα υπερδυνάμεων που σου έφερνε αναγούλα και σε έκανε να θέλεις να εγκαταλείψεις την τηλεόρασή σου. Η αίσθηση που είχες ήταν ότι ο κάθε παρακείμενος στο κολυμβητήριο του Πεκίνου μπορούσε να εισέλθει στο κολυμβητήριο και να κάνει παγκόσμιο ρεκόρ. Η πορεία του Φελπς για τα 8 χρυσά και τη «διαγραφή» της πρωτοκαθεδρίας του Μαρκ Σπιτς που είχε 7 από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου το 1972, ήταν ένα ζήτημα που με γέμιζε αγανάκτηση όσο εξελισσόταν. Όταν τη σκαπούλαρε λόγω Λίτζακ στα 4Χ100μ. ελεύθερο, ήταν πολύ πρώιμο. Άλλά, έπειτα, ήρθε η κούρσα των 100μ. πεταλούδα με τον Μίλοραντ Τσάβιτς, η μόνη στην οποία ο Φελπς αρκέστηκε σε ολυμπιακό ρεκόρ και εκείνη που έγραψε όλη την ιστορία: ο Αμερικανός πέρασε τον Σέρβο στο τέλος για ένα εκατοστό του δευτερολέπτου, σε μία κούρσα που τα μεγάλα δίκτυα έδειξαν στοπ καρέ δύο διαφορετικά φινάλε: στο ένα, του BBC, ο Τσάβιτς ήταν εκείνος που νίκησε. Στο δεύτερο, του Sports Illustrated, ο Φελπς φαίνεται ότι τερματίζει πρώτος. Οι Σέρβοι δεν εφεσιβάλλουν για την απόφαση.

Έχω δει μια ντουζίνα φορές την κούρσα αυτά τα επτά χρόνια. Στην αρχή ήμουν εξοργισμένος. Για κάποιο χρονικό διάστημα περνούσα από άρνηση, επειδή θεωρούσα ότι έκλεψαν τον Τσάβιτς για να αβαντάρουν τον Φελπς. Νόμιζα, και αυτό νομίζω ακόμα, ότι οι Σέρβοι δεν έκαναν έφεση επειδή έχουν αυξημένο το επίπεδο ειρωνείας στο αίμα τους. Ο Ζακ Ρογκ είχε δηλώσει, την αμέσως προηγούμενη μέρα, ότι ο Μάικλ Φελπς είναι ο άγιος του τουρνουά. Κάθε φορά που ο λόγος έφθανε σε αυτήν την κούρσα, σε οποιοδήποτε κείμενο, άφηνα μια στάλα ειρωνείας για εκείνη την επικράτηση, ίσα ίσα για να αισθανθώ καλύτερα. Και αφού πέρασαν κάποια χρόνια και μπόρεσα να ξαναδώ τον τελικό και μετά να τον δω ξανά, θέλω να πω πως μόνο το γκολ-φάντασμα του Τζεφ Χαρστ είναι η άλλη στιγμή που θυμάμαι και η οποία δεν έχει βρει την απάντησή της ακόμα, μια και του χρόνου συμπληρώνονται 50 χρόνια από τον τελικό του Μουντιάλ του 1966. Ειλικρινά, δεν ξέρω αν ο Φελπς νίκησε σε αυτήν την κούρσα. Δεν μπορώ να καταλάβω. Κάθε φορά κοιτάζω τις δύο λήψεις σαν να είναι η πρώτη φορά. Στη λήψη από πάνω ο Αμερικάνος σχολιαστής βλέπει ξανά τον τερματισμό και κάνει μια παύση, διότι μπορεί και να καταλαβαίνει ότι ο Τσάβιτς ακουμπάει τον τοίχο. Στη λήψη από δίπλα, φαίνεται ότι ο Φελπς δραπέτευσε από τη φυλακή που θα τον έκλεινε ο Τσάβιτς και κατέκτησε το έβδομο χρυσό μετάλλιό του. Κατά τη γνώμη μου είναι μέσα στις 10 κορυφαίες αθλητικές στιγμές όλων των εποχών. Και σημασία έχει, τελικά, πώς ο Φελπς βρέθηκε να κλέβει τη στιγμή από τον Τσάβιτς. Πώς έφθασε στο σημείο να χρειάζεται να σκεφτεί για το τι πρέπει να κάνει για να κλέψει τη νίκη. Όταν ο Τσάβιτς κάνει την τελευταία χεριά του και απλώνει τα χέρια για να ακουμπήσει τον τοίχο και ο Φελπς, που φαινόταν ότι θα έκανε το ίδιο κάνει άλλη μισή χεριά και φθάνει με το κορμί του πιο κοντά στον τερματισμό. Ο Τσάβιτς έχει απλωμένα τα χέρια του στο αγωνιώδες ταξίδι τους προς το χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο και ο Φελπς τα φέρνει από το άνοιγμά τους κοντά ώστε να συναντηθούν κατευθείαν στον τοίχο. Η στιγμή είναι το απόγειο της πνευματικής διαύγειας μιας μεγαλοφυΐας είτε νίκησε ή όχι, είτε ο Τσάβιτς ακούμπησε τον τοίχο πριν αυτόν ή όχι. Το θέμα είναι αν ο Σέρβος με τα ακροδάχτυλά του βρέθηκε να κάνει πρώτος επαφή πριν τον Φελπς, αλλά το αληθινό θέμα, σε όλο τον μύθο του Αμερικανού είναι το πώς βρέθηκε στο σημείο να δημιουργήσει όλο αυτό το θρίλερ. Την είδα live, έβγαλα τα λυσσακά μου για το επιλεκτικά καπιταλιστικό καθεστώς των Ολυμπιακών Αγώνων και έπειτα δεν ήθελα να την δω ξανά.

Θέλω να καταλήξω κάπου και δεν είναι ρετρό το ζήτημα, απλώς η φάση με τον Τσάβιτς πιάνει αναγκαστικά πολύ χώρο. Είναι σαν το βραδινό φαγητό: για να το γλιτώσω, πρέπει να μην ανοίξω το ψυγείο. Αν το κάνω και πρέπει να διαφεντεύσω τις δικές μου άμυνες, την πάτησα.

Το 2008 ο Φελπς ήταν 23 ετών. Τον Αύγουστο του 2008, σχεδόν τέτοιες μέρες. Στις 16 συμπληρώνονται 7 χρόνια από εκείνη την κούρσα και ήδη έχουν ενεργοποιηθεί οι μηχανισμοί ότι μπαίνουμε σε ολυμπιακή χρονιά.

Δεν ήμουν, λοιπόν, φαν της πορείας του για τα 8 χρυσά μετάλλια, διότι ήθελα να συνεχίσει να έχει την πρωτοκαθεδρία ο Μαρκ Σπιτς. Ο Φελπς ήταν ανοίκειος σε μένα, αν και δεν είχα το... ναδαλικό αισθητήριο στην περίπτωσή του. Το πρόβλημά μου ήταν ότι έμοιαζε κάτι, σε αυτή τη διαδρομή, εξόχως τερατικό, κάτι που έκανε τα μηνίγγια μου να σφίγγονται. Ο Μαρκ Σπιτς ήταν ένας ήρωας one night stand: προφανώς δεν αμφιβάλλεις ότι επρόκειτο για κολυμβητή έξοχο, αλλά δεν ήταν καν ο καλύτερος στην ιστορία. Ο Φελπς είχε ήδη κατακτήσει 8 μετάλλια στην Αθήνα, τα 6 χρυσά, και 20 μετάλλια σε Παγκόσμια Πρωταθλήματα, τα 17 χρυσά. Ήταν ήδη ο κορυφαίος κολυμβητής όλων των εποχών και αυτό ήταν το μόνο που θα μπορούσε να συγκρατήσει την άνοδό του. Ήταν η μόνη απάτητη κορυφή και δεν ήθελα να την πιάσει. Κατακτούσε τα μετάλλια και ελάχιστοι ήταν οι πανηγυρισμοί. Στα 200μ. πεταλούδα στο Πεκίνο έγινε προκλητικός: έκανε 1.52.03 και οι σχολιαστές έλεγαν ότι του κόστισε που δεν κατέβηκε το 1.52.00. Οι επτά από τις οκτώ κούρσες του ήταν παγκόσμιο ρεκόρ: η μόνη που δεν ήταν ήταν εκείνη που ήρθε από πίσω για να νικήσει. Τα 8 χρυσά στο Πεκίνο διέλυσαν κάθε αμφιβολία ότι πρόκειται για τον κορυφαίο κολυμβητή όλων των εποχών. Ήταν πέντε ατομικά αγωνίσματα και τρεις σκυτάλες. Ήταν, εν πάση περιπτώσει, κάτι μοναδικό στα χρονικά και ενδεχομένως ανεπανάληπτο, αφού δεν μπορείς να φανταστείς κάποιον, τα επόμενα 7.291 χρόνια, να μπορεί να πάρει 9 χρυσά. Βεβαίως, φαντάζομαι ότι το ίδιο συνέβαινε μέχρι ο Φελπς να κάνει ορατό το σενάριο των 8 χρυσών μεταλλίων.

Η συμπάθειά μου προς το πρόσωπό του ήρθε απρόσκλητη, την πρώτη μέρα του τουρνουά κολύμβησης στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου: ήδη υπήρχε μια υποψία από το 2009 και το Παγκόσμιο της Ρώμης, όταν ο Ντίτερ Μπίντερμαν (αυτή η απάτη των συνθετικών μαγιό) τον διέλυσε στα 200μ. ελεύθερο και επέστρεψε για να νικήσει στα 100μ. πεταλούδα και... να την πληρώσει ο Τσάβιτς. Αλλά εκείνη η κούρσα των 400μ. μεικτή ατομική ήταν κάτι άλλο: το γεγονός ότι δεν βρέθηκε στο βάθρο, ότι ο Λόχτε έκανε περίπατο, έμοιαζε να αποτελεί την απόλυτη ασέβεια. Βεβαίως, ήταν το δικό του anchor, η τελευταία παράσταση: αλλά δεν περίμενα πως θα καταποντιστεί σε τέτοιο σημείο. Η επιστροφή του στα μετάλλια στους Αγώνες ήταν απίστευτη και κέρδισε τη συμπάθειά μου σε βαθμό που, πια, μου απαγορεύω να δω την κούρσα των 200μ. πεταλούδα στην οποία έχασε στο τέλος από τον Τσαντ λε Κλος, επειδή φοβάμαι πως θα στενοχωρηθώ. Νίκησε όμως στα 100μ. πεταλούδα και στα 200μ. μεικτή ατομική και έκλεισε τα χρυσά μετάλλιά του (18 ρε φίλε, έχοντας πέσει σε 23 κούρσες συνολικά) με τα 4Χ100μ. μεικτή ομαδική. Και μετά αποσύρθηκε.

Εδώ, ουσιαστικά, ξεκινούν όλα. Η σχέση του με τον προπονητή του, Μπομπ Μπόουμαν, είναι απολαυστική. Προφανώς, για να παράγεις ένα αθλητικό τέρας πρέπει να είσαι μια ιδιοφυΐα. Ο Μπόουμαν μπορούσε να χαλαρώσει. Ο Φελπς, για τον επόμενο χρόνο, ασχολήθηκε με το γκολφ, στο οποίο ήταν εξαιρετικός. Μετά ο Μπόουμαν του αποκάλυψε ότι έχει χάσει εκατοντάδες ώρες ύπνου για να τον κάνει καλύτερο, κάτι που ο Φελπς ούτε καν μπορούσε να φανταστεί. Τον Σεπτέμβρη του 2014 συνελήφθη να οδηγεί μεθυσμένος. Ζήτησε αμέσως συγγνώμη. Για μένα, αυτό το σκηνικό, όπως και η φάση της κάνναβης τον Φεβρουάριο του 2009, αλλά και το αμέσως προηγούμενο, πάλι με οδήγηση και αλκοόλ, τον Νοέμβριο του 2004, είναι ψιλά γράμματα. Οι αντιδράσεις του κόσμου αποτέλεσαν μια κοινότοπη ηθικολογία. Ποιος ξέρει πόσοι αθλητές έχουν βρεθεί σε πιο ευάλωτο καθεστώς και την έχουν γλιτώσει επειδή απλώς... δεν υπήρχε αστυνομία.

Όταν ο Φελπς βρέθηκε σε κολυμβητήριο, ήταν φυσιολογικό να κολλήσει. Όλα ξεκινούν από την πρώτη χεριά. Ο Μπόουμαν δεν ήθελε να μπει ξανά σε αυτήν τη διαδικασία. Οι επιδόσεις του, στις αρχές του 2005, ήταν απογοητευτικές. Και ξαφνικά, στο πρωτάθλημα των ΗΠΑ στο Σαν Αντόνιο, που διεξήχθη κατά τη διάρκεια του Παγκόσμιου Πρωταθλήματος του Καζάν, έκανε 1.52.94 στα 200μ. πεταλούδα, 50.45 στα 100μ. πεταλούδα και 1.54.75 στα 200μ. μεικτή ατομική. Στην τρίτη βρέθηκε να είναι σε τροχιά παγκόσμιου ρεκόρ για 175 μέτρα. Επίσης, προκρίθηκε στον τελικό του προσθίου.

Αλλά το πιο σημαντικό για μένα είναι η αλλαγή στον χαρακτήρα του.

Φθάνοντας στο πικ σου ως αθλητή πρέπει να είναι ανυπόφορο βασανιστήριο. Φυσικά, ζεις καταστάσεις που δισεκατομμύρια άνθρωποι θα ήθελαν απλώς να ψηλαφίσουν. Αλλά οι φωτογράφοι, οι δημοσιογράφοι, ο τρόπος για να μπαίνεις σε έναν τόπο... χλοερό, κάπου που πιθανότατα ζουν μόνο νεκροί, η ανάγκη και η απαίτηση να νικάς, γίνονται δηλητήριο. Ο Φελπς ήταν ανίκανος, σε κάποια φάση, να πανηγυρίσει. Στο Πεκίνο το έκανε δύο φορές, δηλαδή στην περίπτωση που ο Λίτζακ κονιορτοποίησε τον Μπερνάρ και άφησε όλο τον κόσμο της κολύμβησης ενεό στην κορυφαία κούρσα 4Χ100μ. όλων των εποχών και στα 100μ. πεταλούδα. Γενικώς, οι αντιδράσεις του βρωμοκοπούσαν μεγαλείο και αλαζονεία. Για αυτό και στο Σαν Αντόνιο οι πανηγυρισμοί του ήταν μία εκπληκτική μεταστροφή, έστω και αν δεν υπήρξε κάτι παράλογο σε αυτή.   

Ο Φελπς κολύμπησε με κλάση και βιασύνη στο Σαν Αντόνιο. Το προηγούμενο διάλειμμα και η επιστροφή δεν τον διαφοροποίησε από όλους τους προηγούμενους σπουδαίους πρωταθλητές, οι οποίοι δεν άντεξαν μακριά από το σπορ τους και επέστρεψαν. Στην αρχή θεωρούσα ότι είναι ένα διαφημιστικό κόλπο, άλλωστε κάποια χρόνια πριν το ίδιο συνέβη με τον Ίαν Θορπ. Ωστόσο, εκείνες οι κούρσες στο Σαν Αντόνιο και ο τρόπος που πανηγύριζε; Πόσο διαφορετικό ήταν ακόμα και από εκείνη την τελευταία κούρσα των 200μ. πεταλούδα στο Λονδίνο, όταν ο υπέροχος αυτός πεταλουδίστας, με ένα κορμί που χορεύει τον αρχέγονο χορό οριζοντίως, που λικνίζεται μέσα στο νερό στο απόλυτο ταίριασμα, πήρε το 22ο μετάλλιό του και αποδέχθηκε τη λήξη της κούρσας με μια συγκρατημένη μελαγχολία; Ο Φελπς τερμάτισε στα 200μ. πεταλούδα, στα 100μ. πεταλούδα και στα 200μ. μεικτή ατομική, ανέβηκε στην κορδέλα, χαστούκισε το νερό, έδωσε στο κοινό, το οποίο ούτως ή άλλως ήταν αλλοπαρμένο διότι πρέπει να παρανοείς όταν είσαι κάπου που γράφεται μία ιστορία η οποία είναι κάπως ιδιωτική, έναν ρυθμό που οι Who, οι Stones και ο Τζιμ Μόρισον θα ήταν περήφανοι. Στα 30 του, έφθασε η στιγμή που ο Μάικλ Φελπς μετατράπηκε σε κανονικό άνθρωπο. Ποια ευτυχισμένη συγκυρία τον έφερε σε αυτό το στάδιο που μπορεί να εκτιμήσει βαθιά ό,τι έχει καταφέρει και, ταυτοχρόνως, να βρίσκεται στο λυκαυγές μιας ανάνηψής του;

Ο Μάικλ Φελπς είναι πια ένας ξεχωριστός αθλητής και όχι ένας υπεραθλητής. Μόλις έκανε το 1.52.94 ο Μπομπ Μπόουμαν τόνισε ότι είναι αναγκασμένος να σκεφτεί διαφορετικά την ιστορία τους. Η σχέση τους, που ξεκίνησε από τα 11 του όταν πήγε στην υπέροχη μητέρα του, ένα θεατρικό μονόπρακτο μαζί με τις δύο αδελφές του στα κολυμβητήρια της οικουμένης, και της είπε, «ο γιος σας θα γίνει εκπληκτικός κολυμβητής και θα κάνει πράγματα που δεν έχουν γίνει στο παρελθόν», έχει περάσει σε εκείνο το στάδιο που βρίσκονται οι μακρόχρονοι γάμοι, όταν η γυναίκα μπορεί να βλέπει τον άντρα της χωρίς να τον κοιτάζει και ο άντρας μπορεί να την ακούει χωρίς να την προσέχει. Ο Μπόουμαν είναι φανερό ότι τον αφήνει να κάνει το κέφι του και ενεργεί κατά τα αποτελέσματα. Δεν είναι απαραίτητο να γνωρίζει το πρόγραμμα που ακολουθεί η «σφαίρα της Βαλτιμόρης» στην προπόνηση, επειδή προφανώς εμπιστεύεται το συναρπαστικό ένστικτό του, εκείνο που έφερε την πιο μυθική… μισή χεριά στην ιστορία του αθλητισμού. Η συμμαχία τους, που πιθανότατα, από εδώ και πέρα, να λειτουργήσει με την αγριότητα και την αυταπάρνηση του προηγούμενου ολυμπιακού κύκλου (τον οποίο ο Φελπς ολοκλήρωσε, πλην των 22 ολυμπιακών μεταλλίων και με 33 μετάλλια σε Παγκόσμια Πρωταθλήματα, τα 26 χρυσά, τα 6 ασημένια και το 1 χάλκινο!), είναι και η δική τους τελευταία παράσταση, στην οποία οι ίδιοι θα ψυχαγωγηθούν περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο, ακόμα και αν, κατ’ επίφαση, βγαίνουν προς άγραν ακόμα περισσότερων μεταλλίων δίπλα στην Κόπα Καμπάνα, εκεί που ακόμα και οι πεταλούδες είναι ερωτικά όντα. Πόσω μάλλον ο Φελπς, με τη θαυμάσια ρουτίνα του πριν πέσει στο νερό, όταν ενώνει τα χέρια του πάνω από την πλάτη του και τα… κοπανάει πάνω του διαγωνίως, το οποίο δημιουργεί ένταση ακόμα και στον θεατή, πόσω μάλλον στους κολυμβητές που συνήθως βρίσκονται στις διαδρομές 5 και 6.

—————

2015-08-04 14:11

Το μεγάλο ξεσκαρτάρισμα

Της Δήμητρας Κόκκορη

Kαθολικό, πολυεπίπεδο ξεσκαρτάρισμα σε όλους τους τομείς, ακόμη και τους επαγγελματικούς χώρους. Οι στιγμές που ζούμε είναι ιστορικές, όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο, μια και τα δεδομένα μεταβάλλονται από λεπτό σε λεπτό και η ισορροπία γίνεται σε πολύ λεπτό σκοινί. Στην πολιτική, το ξεσκαρτάρισμα είναι κάτι παραπάνω από προφανές. Στον ΣΥΡΙΖΑ γίνεται η αποκοπή των άκρων. Ο Τσίπρας έδωσε την «ελευθερία» και την ευχέρεια στους βουλευτές του κόμματός του να πουν δύο φορές έως τώρα «Όχι». Ούτε οι ίδιοι παραιτήθηκαν από τις έδρες τους ούτε ο πρωθυπουργός τους διέγραψε, αναδεικνύοντας τις δημοκρατικές διαδικασίες που ακολουθούνται στον ΣΥΡΙΖΑ. 

Το πώς θα αντιδράσουν εφεξής και οι δύο πλευρές, μένει να φανεί το επόμενο χρονικό διάστημα, ωστόσο, τα σενάρια είναι δύο. Είτε οι βουλευτές του «Όχι» θα ακολουθήσουν την γραμμή του Μαξίμου ή θα παραιτηθούν/εκδιωχθούν σχηματίζοντας έναν νέο κομματικό πυρήνα. Ο Τσίπρας φαίνεται πως έχει θέσει σε εφαρμογή το σενάριο ότι έπρεπε αυτά τα άκρα να μπουν στο «σύστημα», προκειμένου να αναδείξουν τις δυνατότητές τους ή να «εξημερωθούν» πολιτικά. 

Στη ΝΔ παραιτήθηκε ο ανεπαρκής Σαμαράς και τη θέση του πήρε ο Μεϊμαράκης, ο οποίος μέχρι στιγμής έχει αποδειχτεί κάτι παραπάνω από ικανός για την εν λόγω θέση. Αυτός είναι και ο λόγος, άλλωστε, που οι διαδικασίες για την εκλογή του νέου προέδρου του κόμματος φαίνεται πως θα καθυστερήσουν αρκετά, όπως αναφέρουν και οι διάφορες εισηγήσεις που δέχεται η Συγγρού. 

Στο ΠΑΣΟΚ, ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ο οποίος ταύτισε την πολιτική του καριέρα με ένα σωρό από σκάνδαλα και με την εφαρμογή των μνημονιακών πολιτικών, αποτελεί παρελθόν. Δυστυχώς, όχι και για την πολιτική ζωή της χώρας, όπως ο ίδιος προειδοποίησε. Την σκυτάλη πήρε η κόρη του Γεννηματά, μία πιο ευγενική φιγούρα, που όμως οι διαθέσεις και η πολιτική της δεν παρεκκλίνουν της γραμμής Βενιζέλου, δηλαδή προσέγγιση των δανειστών, ώστε το κόμμα της να έχει λόγο την επόμενη ημέρα. 

Τα υπόλοιπα κόμματα ακολουθούν την ίδια γραμμή που έχουν χαράξει εξαρχής, με εξαίρεση τη Χρυσή Αυγή που έχει χαμηλώσει τους τόνους, περιμένοντας τόσο τις εξελίξεις στο δικαστικό σκέλος της υπόθεσής της, όσο και σε πολιτικό επίπεδο, καθώς πολλοί είναι εκείνοι οι αναλυτές που υποστηρίζουν πως σε περίπτωση αποτυχίας του ΣΥΡΙΖΑ επόμενο κόμμα διακυβέρνησης θα είναι αυτό του Μιχαλολιάκου. 

Το Ποτάμι πλευρίζει τους εταίρους, αλλά και την κυβέρνηση, αναζητώντας μία θέση στην κυβέρνηση την επόμενη ημέρα, χωρίς ωστόσο να έχει καταφέρει τον στόχο του μέχρι στιγμής και το ΚΚΕ επιμένει στην καθαρή πολιτική του γραμμή, περί εξόδου της Ελλάδας από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Δεν έχει αποδείξει έως τώρα, όμως, εάν πραγματικά θέλει να αναλάβει την εξουσία ή εάν στόχος του είναι να παραμένει εσαεί στην αντιπολίτευση. 

Παρόμοιο ξεσκαρτάρισμα συμβαίνει και στο πολιτικό σκηνικό της Γερμανίας, με τη Μέρκελ να αντιμετωπίζει πολύ σοβαρά προβλήματα στο εσωτερικό της κυβέρνησής της, αλλά και την οργή των Γερμανών πολιτών, που συνεχίζουν στη μεγάλη πλειοψηφία τους να επιθυμούν ένα Grexit. Και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, όμως, οι ισορροπίες και τα δεδομένα μεταβάλλονται διαρκώς, εν μέσω των δραματικών εξελίξεων στο ελληνικό ζήτημα. Είναι ενδεικτικό πως στα Βαλκάνια η ένταση έχει φτάσει στο αποκορύφωμά της τον τελευταίο μήνα και αρκετοί είναι εκείνοι που προειδοποιούν πως υφίσταται κίνδυνος «ανάφλεξης», ενώ εύθραυστη είναι η κατάσταση και στις χώρες του νότου, όπως την Ιταλία, την Ισπανία και την Πορτογαλία, που θα ακολουθήσουν την Ελλάδα σε περίπτωση εξόδου από την ευρωζώνη. Ακόμη και στη Βρετανία γίνονται διεργασίες, με αντικείμενο πλέον την παραμονή ή όχι της χώρας, στην Ευρωπαϊκή Ένωση. 

Και όχι μόνο στην πολιτική σκηνή. Και στον κοινωνικό ιστό διαδραματίζεται ένα καθολικό ξεσκαρτάρισμα, όπως επίσης και στον τομέα των επιστημών, με την ιατρική και τη δημοσιογραφία να βρίσκονται στο «απόσπασμα». Είναι ενδεικτικά τα όσα συμβαίνουν το τελευταίο διάστημα με την εκλογή προεδρείου στην ΕΣΗΕΑ, με τη μέχρι πρότινος πρόεδρο να αδυνατεί να το σχηματίσει, με την αύξηση των απλών -και όχι διάσημων και καλοπληρωμένων- δημοσιογράφων που αρχίζουν να ορθώνουν τη φωνή τους και να λένε τα δικά τους «Όχι», αλλά και το μπαράζ απολύσεων (τελευταίο κρούσμα είναι οι μαζικές απολύσεις στον ΑΝΤ1 και η καρατόμηση του αθλητικού τμήματος του Ελεύθερου Τύπου), των μειώσεων αποδοχών και της εκ περιτροπής εργασίας σχεδόν σε όλα τα μεγάλα ΜΜΕ. Την ίδια ώρα, στον τομέα της ιατρικής και συγκεκριμένα της ψυχιατρικής αναθεωρούνται τα δεδομένα για την αντιμετώπιση ασθενών που πάσχουν για παράδειγμα από κατάθλιψη, μανίες, ακόμη και σχιζοφρένεια. Μελέτες και αναλυτές εκτιμούν δηλαδή πως πρόκειται για ιδιαίτερα ευφυείς και συναισθηματικούς ανθρώπους, που όμως αδυνατούν να διαχειριστούν την πολλυπλοκότητα του μυαλού και των συναισθημάτων τους. 

Από το καθολικό αυτό ξεσκαρτάρισμα θα παραμείνουν λίγοι όρθιοι. Πρόκειται για μία πρωτοφανή διαδικασία. Αν ξεπεράσει κανείς τις επιπτώσεις που έχει αυτό το ξεσκαρτάρισμα στον τομέα της εργασίας, καθώς η ανεργία και η εργασιακή ανασφάλεια θα ενταθούν και θα κορυφωθούν, μπορεί να βρει και μία θετική «πλευρά». Το ξεσκαρτάρισμα θα βοηθήσει να ξεχωρίσουν τα ξερά από τα χλωρά ή η ήρα από το στάρι, που λέει και ο θυμόσοφος λαός.

—————

2015-07-30 14:10

Τα λυσσασμένα σκυλιά

Της Δήμητρας Κόκκορη

 

Ανέκαθεν μου άρεσαν πολύ τα σκυλιά. Είναι πιστοί σύντροφοι, είναι φύλακες, είναι και γιατρειά. Μου αρέσουν περισσότερο από τις γάτες, οι οποίες είναι έξυπνες και τσαχπίνες. Γιατί μπορεί να σε πουλήσουν και να σε αγοράσουν σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Τα σκυλιά είναι οι καλύτεροι σύντροφοι. Ακόμη και οι αδέσποτοι, αρκεί να τους φροντίζεις, να τους δίνεις αγάπη και ένα καλό σπιτικό.

Στην εποχή που ζούμε, όμως, έχουν πολλαπλασιαστεί τα λυσσασμένα σκυλιά. Γαυγίζουν, ουρλιάζουν και φοβερίζουν. Τρομοκρατούν. Γιατί τρομοκρατούνται και τα ίδια. Χρησιμοποιήθηκαν και χρησιμοποιούνται για να δυναμιτίσουν το κλίμα, να διχάσουν, να φέρουν στα όρια την εθνική συνοχή, να φέρουν την καταστροφή. Τα περισσότερα δεν κατανοούν πως έχουν πέσει θύματα εκμετάλλευσης. Είτε από τους "κτηνίατρους", που τους δίνουν λάθος συνταγή, ή από τους "καθοδηγητές" τους, που εκμεταλλεύονται την δικαιολογημένη τους οργή, η οποία πολλαπλασιάζεται από τη φτώχεια, την ανέχεια και την αδικία, προκειμένου να εξυπηρετήσουν τους δικούς τους στόχους.

Την εβδομάδα πριν το δημοψήφισμα, τα λυσσασμένα σκυλιά "έδωσαν ρέστα". Δίχασαν και τρομοκράτησαν τόσο, που η κατάσταση παραλίγο να εκτροχιαστεί και η χώρα να απειληθεί ακόμη και με εμφύλιο. Ευτυχώς, όμως, οι μπόγιες έπιασαν δουλειά και η αγάπη νίκησε το μίσος. Παρομοίως, αντέδρασαν βίαια με το κλείσιμο των τραπεζών και την επιβολή του capital controls, κάνοντας λόγο για πανικό του κόσμου, ακόμη και για επικείμενο κούρεμα καταθέσεων.

Ακόμη και την ημέρα που εκδηλώθηκαν οι πυρκαγιές σε όλη την Ελλάδα άρχισαν να ουρλιάζουν. Κατηγόρησαν όσους έβλεπαν πίσω από τις φωτιές σενάρια συνωμοσίας και ότι έχει απαξιώσει η κυβέρνηση την πυροσβεστική υπηρεσία. Μία κυβέρνηση έξι μηνών, που βρέθηκε αντιμέτωπη με τις απαιτήσεις των δανειστών να περικόψει κι άλλο τις δαπάνες που δίνει για την εθνική άμυνα και τα σώματα ασφαλείας. Έλα όμως που, όπως μου εμυστηρεύτηκε ένας πυροσβέστης, η υπηρεσία δεν έχει καθόλου ελλείψεις, παρά μόνο σε αναλώσιμα υλικά, ευτελούς αξίας. Η ταχύτητα, άλλωστε, με την οποία αντιμετωπίστηκε από τον κρατικό μηχανισμό το μπαράζ των πυρκαγιών, δείχνει πως και ετοιμότητα υπάρχει και τεχνογνωσία και φυσικά η περίσσια και ανεξάντλητη αυτοθυσία των πυροσβεστών, οι οποίοι ρίχνονται στη μάχη με τις φλόγες σαν να μην υπάρχει αύριο.

Τα σκυλιά μπορεί να αξιοποιηθούν βέβαια και ως πύργοι, προστατεύοντας τον βασιλιά και τη βασίλισσα από τον αντίπαλο. Είναι βραδυκίνητοι, ωστόσο, και μπορούν εύκολα να χτυπηθούν από έξυπνους ίππους και καλά ελισσόμενους αξιωματικούς, οι οποίοι μπορεί να έχουν μικρότερη αξία στους πόντους που κερδίζει ο σκακιστής, όμως, η πραγματική αξία τους είναι σαφώς μεγαλύτερη απ' αυτή των πύργων.

Τα λυσσασμένα σκυλιά δεν τα φοβάμαι πια. Το πολύ πολύ να δαγκώσουν, δεν μπορούν όμως να σε σκοτώσουν. Αυτοί που φοβάμαι είναι τα "αφεντικά" τους, που σαν καραγκιοζοπαίκτες κινούν τα νήματα, αποφασίζουν και διατάσσουν τα "στρατιωτάκια", χωρίς ποτέ οι ίδιοι να βγουν μπροστά, να δείξουν το πρόσωπό τους, να ματώσουν τα χέρια τους. Κάθονται σαν τους στρατηγούς πάνω στο λόφο και παρακολουθούν με μανία και ευχαρίστηση τον πόλεμο, τα στρατιωτάκια, τους πύργους, τους ίππους, τους αξιωματικούς, ακόμη και τη βασίλισσά τους, να σκοτώνονται.

Στο σκάκι ακόμη και ένα στρατιωτάκι μπορεί να κάνει τη ζημιά, μπορεί να γίνει ακόμη και βασίλισσα και μπορεί να κάνει ΜΑΤ στον βασιλιά, κερδίζοντας την παρτίδα. Γι' αυτό πρέπει να φροντίζουμε, να εξημερώνουμε και να εκπαιδεύουμε τα λυσσασμένα σκυλιά, αξιοποιώντας τις ικανότητές τους. Όσοι έχουν άλλου είδους βλέψεις, καλό θα είναι να στραφούν στους λύκους ή στους κροκόδειλους. Αν τολμούν, ας κάνουν αυτά κατοικίδιά τους και να τα χρησιμοποιήσουν για τον πόλεμο. Τολμούν, όμως; Γιατί οι λύκοι και οι κροκόδειλοι μπορούν να στραφούν ενάντια στον ίδιο τον "αφέντη", ακόμη και να τον σκοτώσουν.

—————

2015-07-29 23:02

Κρεμαστάρια

Προτού το θέμα όντως γίνει η δήλωση του Γιάννη Σπαλιάρα, μία ερώτηση να κάνω ο απλοϊκός: τον έχετε δει πώς είναι; Αλήθεια, τον έχετε δει πώς είναι;

Το θέμα ασφαλώς ανήχθη σε μείζονος σημασίας επειδή ο Σίγκμουντ Φρόιντ είναι ένας από τους απόλυτους προφήτες των σύγχρονων καιρών. Τι κι αν είπε, «κάποιες φορές ένα τσιγάρο είναι απλώς ένα τσιγάρο», ο Αυστριακός έδωσε στο σεξ τη σημασία που του έπρεπε. Η πράξη αυτή καθαυτή, όσο διεγερτική και αν προκύπτει μέσα από μία τρόπον τινά ψυχική επικοινωνία, δεν έχει την ένταση που έχει η σημασία σε διάφορες διαστάσεις, ακόμα και αν πρόκειται για την αγαμία. Το σεξ έχει να κάνει με την επιβεβαίωση, την αποδοχή και την εξουσία, αλλά και με την ένωση, τη σύνδεση, ίσως με το γεγονός μιας σιγουριάς στην καθημερινότητα. Μεταμφιεσμένο αποτελεί τον λόγο που γίνονται οι πόλεμοι, που ασκείται ψυχολογική βία και που ωθείται κάποιος να μορφώνεται ή να γυμνάζεται, να δραστηριοποιείται σε καταστάσεις προκειμένου να επιτύχει. Ωστόσο, υπάρχει μία συνωμοσία που κρατάει τις επιτυχίες κρυφές. Δεν πρέπει να δημοσιεύονται είτε να αποτυπώνονται, διότι τίθεται ένα βασικό ζήτημα: αυτό της ισορροπίας.

Κοιτάξτε, όλοι λίγο πολύ έχουμε μέσα μας την πεποίθηση ότι η διανοητική τάξη, η ενέργεια και το χιούμορ και η όποια προσωπικότητα διαθέτουμε- που δεν έχει ευοδωθεί ακόμα σε ύλη- είναι στοιχεία που μπορούν να μας βγάλουν ερωτικά στον αφρό. Αυτό που δεν μπορούμε να ανεχθούμε δεν είναι μόνο η ανισορροπία, αλλά η δημοσιοποίησή της.

Πρέπει να υπάρχει χώρος για όλους: και όταν κάποιος σαν τον Σπαλιάρα λέει ότι έχει πάει με 4.000 γυναίκες, αυτός ο χώρος μειώνεται ασφυκτικά.

Καταρχάς, εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο κόσμος το πήρε κυριολεκτικά όλο αυτό. Για να ξέρεις με πόσες γυναίκες έχεις πάει, ειδικά αν είναι τόσες πολλές, πρέπει να το σημειώνεις σε κιτάπια. Αλλά αν το σημειώνεις σε κιτάπια, αποκλείεται να είσαι ο τύπος που έχει πάει με τόσες πολλές γυναίκες. Προφανώς, η δήλωση είναι μεταφορική: ήθελε να δείξει πόσο εύκολο είναι για εκείνον να μπορεί να βρίσκει μια γυναίκα για να πηγαίνει μαζί της. Και αυτό συνιστά τραγωδία για τους υπόλοιπους.

Ουσιαστικά, σε αυτήν τη δήλωση δεν υπάρχει τίποτα που να υποδηλώνει φενάκη. Ακόμα και να αυτοσαρκαζόταν με κάποιον τρόπο, τούτο υποδήλωνε μια μαεστρία στην αυτογελοιοποίηση. Δεν νομίζω καν να χρειαζόταν δημοσιότητα, έστω κι αν η ίδια είναι ένα τροφαντό τέρας που δεν έχει ιερό και όσιο, που μπαίνει στο μυαλό των ανθρώπων και κάνει πάντα τον ίδιο κύκλο: πρώτα μετατρέπει τον κάποιον σε έναν, έπειτα δημιουργεί φόβο σε αυτόν που από άσημος έγινε διάσημος ότι θα επιστρέψει σε μία εποχή η οποία δεν ήταν άσχημη, απλώς είναι τόσο μακρινή και θολή. Ο κάποιος βλέπει τους ανθρώπους ως βοηθούς και ο ένας τους βλέπει ως εχθρούς: λάσπες υπονοήματα και συνωμοσίες στο σκοτάδι βρίσκονται στην ημερησία διάταξη για να τον βγάλουν από τη μέση, καθώς η μονάδα του αυξάνει στην οπτική γωνία μόνο του ίδιου το πεδίο του.

Δεν νομίζω ότι παρεκκλίνει κάποιος, που από ούτις έγινε εις, από τον κανόνα. Βεβαίως, αν και το καζάνι χωρεί πλείστους, οι περιπτώσεις είναι διαφορετικές. Το εγκόσμιο από μόνο του διατάζει την κίνηση των πλανητών γύρω από τη γη. Έπρεπε να φθάσουμε στον 15ο αιώνα για να βρεθεί ένας Πολωνός, ο Νικόλαος Κοπέρνικος και να διατείνει ότι ο Αριστοτέλης έκανε λάθος και ότι δεν γυρίζει ο ήλιος γύρω από τη γη αλλά η γη γύρω από τον ήλιο και πάλι να φοβάται να εκδόσει τις αποδείξεις του για να μην τον καρατομήσει η εκκλησία που, θεούργα, βάζει τους παπάδες κάτω από τους εκάστοτε Θεούς. Ακριβώς από κάτω όμως και πολύ πάνω από τους υπόλοιπους ανθρώπους και περισσότερο από όλους τους πιστούς.

Ο Σπαλιάρας μοιάζει με εκείνον τον τύπο που έχει κολλητούς, που κάνει χαβαλέ, ακόμα και που βάζει στοιχήματα για να κατακτήσει μια γκόμενα. Επίσης μοιάζει με εκείνον που το μόνο που έχει να κάνει για να γαμήσει, είναι να κάτσει σε μία καρέκλα και να κουνήσει το δάχτυλο σε οποιαδήποτε. Τις προάλλες φιλοξενήθηκαν στο «Πρώτο Θέμα» δηλώσεις μιας πρώην του, η οποία παραδέχθηκε ότι ο τύπος είχε ακόρεστες ορέξεις και ότι δεν άφηνε θηλυκό για θηλυκό στο διάβα του.

Δεν έχω βάλει κάποιον κανόνα να μην ασχολούμαι με θέμα gossip, απλώς δεν συνηθίζω να το κάνω. Το παλικάρι μοιάζει να έχει βγει από το εγχειρίδιο του Cosmopolitan και αν είναι και αγύρτης, είναι πολύ δύσκολο να μη φθονήσεις. Όταν βλέπεις έναν τέτοιο καλλονό, με ομορφιά που είναι σχεδόν άφυλη, και αποδειχθεί και αρσενικό περιωπής και κυνηγός, αυτό αποτελεί μεγάλη κόμπλα που είναι δύσκολο να μπορέσεις να την αφήσεις να διεισδύσει στη λογική σου χωρίς να την απορρίψει απευθείας ως υπερβολή.

Φυσικά το θέμα δεν είναι ο Σπαλιάρας, για τον οποίο η υπέροχη Μυρτώ Κοντοβά έγραψε ότι «... αποδομεί εν ψυχρώ την όποια ιδιότητά του στήνοντας στη θέση της μια καρικατούρα, σαρκάζοντας ανελέητα τον εαυτό του, δηλώνοντας το πιο εξωφρενικό πράγμα του κόσμου με τη μεγαλύτερη φυσικότητα του κόσμου ή κάνοντας γυαλιά καρφιά ένα πάρτι δημοσίων σχέσεων - εύκολα, πολύ εύκολα...». Το θέμα είμαστε, προφανώς, εμείς, το εκ νέου ανελέητο κράξιμο σε έναν από εκείνους που τουλάχιστον θα έπρεπε να σκεφτόμαστε ότι είναι από τους λίγους οι οποίοι έχουν αρκετές πιθανότητες να λένε την αλήθεια. Για τα ανδρικά κρεμαστάρια δεν το συζητώ, άλλωστε όταν κάποιος είναι τόσο όμορφος και αρκετά έξυπνος ώστε να πει ζωντανά σε ραδιοφωνική εκπομπή, «μισό λεπτό, έχω στο τηλέφωνο τον Τατσόπουλο» και ταυτοχρόνως μιλάει για ένα τέτοιο ζήτημα είναι αδύνατον να μην επικαλεστείς οτιδήποτε κυρίως για να απωθήσεις εσύ ο ίδιος τη δήλωση, οδηγώντας τη σε μία μεγαλύτερη παρωδία από εκείνη που ενυπάρχει ήδη μέσα της. Αλλά και τα κορίτσια τον κατέκριναν για αυτό διακωμωδώντας τη δήλωση, αν και οι περισσότερες θα είχαν λιποθυμήσει πριν προλάβουν να αποδεχθούν την ανήθικη και άσεμνη πρόταση που πολύ θα ήθελαν κάποια στιγμή να τους κάνει (αλλά δεν).

—————

2015-07-28 01:37

Η μεγαλύτερη παρτίδα σκάκι

Της Δήμητρας Κόκκορη

 

Παιχνίδι μυαλού και εξουσίας. Ένας παγκόσμιος πόλεμος οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων με θύματα τους ίδιους τους πολίτες. Όσα ζουν οι Έλληνες και οι πολίτες όλου του κόσμου θα μπορούσε να είναι σαν μια μεγάλη παρτίδα σκάκι. Πρόκειται για την παγκόσμια, μεγαλύτερη και πιο κρίσιμη παρτίδα όλων των εποχών. Το ότι η Ελλάδα έχει γίνει ένα πειραματόζωο είναι γνωστό. Έχω την αίσθηση, όμως, ότι το πείραμα ξεκίνησε εκατοντάδες χρόνια πριν. Και τώρα, αυτός ο πόλεμος βρίσκεται στο αποκορύφωμά του.

Παίκτες της παγκόσμιας αυτής παρτίδας, είναι οι Έλληνες, ένας κατεξοχήν ευφιής λαός, που ιστορικά έχει πει πολλά και κρίσιμα "όχι", ο οποίος, όμως, παρέμενε "υπνωτισμένος" και διχασμένος -εσκεμμένα ή μη- εκατοντάδες χρόνια τώρα. Αντίπαλος δεν είναι άλλος από την Γερμανία, μια χώρα τεχνοκρατών και τεχνολογικής ανάπτυξης, που ανέκαθεν έτρεφε μίσος και φθόνο απέναντι στη μικρή Ελλαδίτσα, που αντιστάθηκε σθεναρά στις ορέξεις της, χωρίς να λείπουν βέβαια οι ελάχιστες εξαιρέσεις Γερμανών που πραγματικά λατρεύουν τη χώρα και τον πολιτισμό μας.

Η Ρωσία είναι η χώρα των μεγάλων σκακιστών, η χώρα που επένδυσε στο ανθρώπινο μυαλό και τις ικανότητες. Οι ΗΠΑ, από την άλλη πλευρά είναι η χώρα που επένδυσε στην τεχνολογία και δημιούργησε το αντίπαλο δέος, κατασκεύασε την "υπέρτατη μηχανή" σκακιού, που δεν είναι άλλη από έναν υπολογιστή. Ρωσία και ΗΠΑ θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως "παρατηρητές". Και οι δύο, αλλά και το Ισραήλ, έχουν κατεβάσει τα "όπλα" και παρακολουθούν την παρτίδα, επεμβαίνοντας ελάχιστα, και μέχρι στιγμής, προς όφελος της Ελλάδας.

Ουσιαστικά, όλος ο κόσμος παρακολουθεί με αγωνία τα όσα εξελίσσονται στη χώρα μας, αφού ο αντίκτυπος των εδώ εξελίξεων είναι παγκόσμιος. Τα επικρατέστερα σενάρια για το τι θα συμβεί στο βραχυπρόθεσμο μέλλον είναι τρία. Είτε η Ελλάδα θα βγει από την ευρωζώνη και θα ακολουθήσουν στη συνέχεια κι άλλες χώρες του ευρωπαϊκού νότου, όπως Ισπανία, Ιταλία, Πορτογαλία κ.α. ή θα εξαναγκαστεί να βγει η Γερμανία και οι σύμμαχοί της -όσοι της απομείνουν έως τότε- ή η Γερμανία θα υποχρεωθεί σε άτακτη υποχώρηση, παρέχοντας ελαφρύνσεις στην Ελλάδα, ώστε να μην διαλυθεί η ευρωζώνη. Το μποϊκοτάζ στα γερμανικά προϊόντα είναι ένα μέσο άσκησης πίεσης των ευρωπαίων -και όχι μόνο- πολιτών προς την κυβέρνηση Μέρκελ, που έχει πολλά να χάσει, εάν υποστεί ΜΑΤ.

Ποιος θα βγει τελικά νικητής είναι δύσκολο και παρακινδυνευμένο να προβλέψει κανείς. Στο πλαίσιο του "τζόγου", ωστόσο, που εντάσσεται στο παιχνίδι της διαπραγμάτευσης, θα τολμήσω να κάνω πρόβλεψη και να στοιχηματίσω υπερ των ανεξάντλητων ανθρώπινων εγκεφαλικών ικανοτήτων και υπερ του Δικαίου. Ήρθε η ώρα για τις καθοριστικές κινήσεις, που θα οδηγήσουν στο μεγάλο ΜΑΤ. Οι πολίτες ψήφισαν "όχι", οι πολιτικές δυνάμεις φαίνεται να είναι ενωμένες, και την στρατηγική χαράσσει ένας πρωθυπουργός, που όχι μόνο δεν φοβήθηκε να τολμήσει, αλλά ίσως ακόμη ακόμη αποφάσισε να "αυτοκτονήσει" πολιτικά, παίρνοντας μαζί του τους λίγους και όχι τους πολλούς.

Το μεγάλο στοίχημα δεν είναι άλλο, από το να κρατηθεί ενωμένη η αριστερά, ώστε να αποφευχθούν "οικουμενικές παρενθέσεις", που θα παρέκλιναν της πορείας που έχει χαράξει στο μυαλό του ο Τσίπρας. Και οι έως τώρα εξελίξεις, δείχνουν πως αυτό επιτυγχάνεται, τουλάχιστον προς το παρόν. Με προϋπόθεση την ψυχραιμία και την ενότητα, η παρτίδα μπορεί να κερδηθεί. Και μαζί της ένα ακόμη "χρυσό" κεφάλαιο για την Ελλάδα στην παγκόσμια ιστορία.

—————

2015-07-16 04:48

Τελικά, έκανα λάθος

Τις προάλλες, αφού έκανα μια βόλτα στην Καλλιθέα, έπιασα κουβέντα με μια φίλη στην επιστροφή, η οποία με ρώτησε τι γίνεται με την Ελλάδα και πώς βλέπω την κατάσταση. Της απάντησα σαν μικρό παιδί: «Θέλω να μην έχουμε κανένα δυνάστη πάνω από το κεφάλι μας». Σχολίασε ότι αυτό δεν γίνεται. Της αντιγύρισα ότι το γνωρίζω, αλλά είναι εκείνο που θέλω.

Είμαι τελείως χαμένος στην άγνοιά μου, ειδικά μετά το δημοψήφισμα. Στο πλαίσιό του οι καταστάσεις έμοιαζαν απλές για τον καθένα μας, για το τι υποστηρίζει και τι όχι. Προσωπικώς, θεώρησα ότι η άρνηση συνεπάγεται με την άρνηση της υπογραφής σε ένα μνημόνιο. Σύμφωνα με ένα ρεπορτάζ, ο Τσίπρας πήγε στις Βρυξέλλες και η Μέρκελ του ζήτησε να πάρει 50 δισεκατομμύρια ευρώ από την Τράπεζα της Ελλάδας και να τα μεταφέρει σε μία τράπεζα του Λουξεμβούργου, μαζί με την αποδοχή ότι τα χρήματα θα τα διαχειριζόταν ένας Γερμανός ειδικός. Οι λεπτομέρειες του συγκεκριμένου ρεπορτάζ αναφέρουν ότι ο Τσίπρας έβγαλε το σακάκι του και ρώτησε τη Μέρκελ αν το θέλει, ενώ ο πρόεδρος Μάριο Ντράγκι τους ζήτησε να καθίσουν κάτω, την ώρα που ο Έλληνας πρωθυπουργός πήγαινε να φύγει, για να μη διαλυθεί η Ευρωζώνη. Αυτό το ρεπορτάζ μοιάζει με ιστορία του Βαρουφάκη από τις πρώτες μέρες του στο υπουργείο Οικονομικών: είναι μια κινηματογραφική σκηνή η οποία δεν ορκίζομαι ότι δεν είναι αποκύημα της φαντασίας.

Έχοντας ελάχιστη γνώση και γνώμη για όσα διαμείβονται όλο αυτόν τον καιρό, θεώρησα ότι το δημοψήφισμα είναι ένα γενικευμένο ερώτημα για το αν θέλουμε να υπογραφεί νέο μνημόνιο ή όχι. Σαφώς και δεν ήταν έτσι. Το πρόβλημά μου δεν έγκειται στο τι ψήφισε ο καθένας ή στο τι έγινε μετά, όσο κι αν μόνο η προοπτική της υπογραφής ενός νέου μνημονίου, όπως και έγινε, έδενε κόμπο το στομάχι μου, μαζί με την ήττα του Ρότζερ Φέντερερ από τον Νόβακ Τζόκοβιτς στον τελικό του Γουίμπλεντον. Το πρόβλημά μου δεν είναι καν η διαφωνία της Αριστερής Πλατφόρμας του ΣΥΡΙΖΑ με τα στελέχη που ρέπουν πιο πολύ προς το κέντρο*.

*Εδώ βεβαίως υπάρχει ένα αστείο που μπορούν να επικαλεστούν οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές της 25ης Γενάρη. Στα βραβεία Golden Globes του 2014 η Έιμι Πόουλερ είπε ότι «μου άρεσε ο Λύκος της Γουόλ Στριτ αλλά κάποιες σκηνές με προβλημάτισαν. Για παράδειγμα, αν ήθελα να δω τον Τζόνα Χιλ να αυνανίζεται σε ένα πάρτι σε πισίνα, θα πήγαινα σε ένα από τα πάρτι του Τζόνα Χιλ σε πισίνα». Δηλαδή θα μπορούσαν να λένε ότι, «αν ήθελα να δω το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, θα πήγαινα να ψηφίσω ΠΑΣΟΚ». Προφανώς οι εποχές δεν είναι ίδιες και η μεταφορά είναι υπερβολική, αλλά και πάλι...

Το αληθινό πρώτιστο πρόβλημα έγκειται στο τι συνέβη στο Σύνταγμα στη διαδήλωση της Πέμπτης. Η Ελλάδα, αυτήν τη στιγμή, είναι μια ταραγμένη χώρα. Είναι μια χώρα που η Βουλή της θυμίζει το Κογκρέσο των ΗΠΑ όταν ο Αβραάμ Λίνκολν, χωρίς να είναι παρών, πέρασε με μαεστρικό τρόπο τη 13η Τροποποίηση που υποτίθεται ότι θα σήμαινε το τέλος της δουλείας. Υπάρχει ένταση ανεξέλεγκτη εδώ και περίπου τρεις εβδομάδες και αυτό δεν βοηθά στα πεπραγμένα και στα μελλούμενα. Τη νύχτα της Τετάρτης, στη Βουλή, ο Τσίπρας θεώρησε ότι τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ δεν θέλουν να τον ακολουθήσουν και τα περισσότερα στελέχη ξεκαθάρισαν ότι ενώ στηρίζουν τον Τσίπρα δεν μπορούν να στηρίξουν τα νέα μέτρα. Το ζήτημα αυτήν τη στιγμή μοιάζει ξεκάθαρα ιδεολογικό, χωρίς να κρύβει κάποια συμφέροντα από πίσω. Η ευκαιρία που βρήκε ο Μιχαλολιάκος για να τρολάρει τους αριστερούς θα περάσει στην ιστορία.

Ωστόσο, βάζω το χέρι μου στη φωτιά: ουδέν εξ όσων συμβαίνουν στην πιο παρανοϊκή ελληνική Βουλή στην ιστορία, η οποία μοιάζει με μαύρη κωμωδία, ήταν χειρότερο από τα χημικά και τα επεισόδια στο Σύνταγμα. Δεν υποτίθεται ότι ψηφίστηκε ο ΣΥΡΙΖΑ στις 25 Ιανουαρίου μόνο για να σώσει τον κώλο μας: αλλά και για να φέρει μαζί του μια αύρα ελπίδας, αρχίζοντας με το ξερίζωμα της τρομοκρατίας που υποτονθορίζεται βαθιά στην ψυχή του πολίτη και που τόσα χρόνια είναι έρμαιό της. Χημικά έπεσαν στα τέλη του Ιούνη του 2011, με τους Αγανακτισμένους στο Σύνταγμα, ενώ σε περιπτώσεις όπως του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου η Ελλάδα έδειξε ότι έχει έφεση να είναι αστυνομικό κράτος. Ο ΣΥΡΙΖΑ, εν πάση περιπτώσει, έπρεπε να φέρει την ελπίδα ειδικά σε αυτό το κομμάτι. Η διαδήλωση εξελίχθηκε άσχημα και σχεδόν 5,5 μήνες μετά την εκλογή του ως πρώτου κόμματος αισθάνεσαι ότι αυτή η αύρα στην οποία περιφερόταν και η συγκρατημένη αισιοδοξία των πολιτών (έως ξεδιάντροπη αισιοδοξία, αφού το «Αν» του Κίπλινγκ κάνει γκελ στην επιπολαιότητά μας) δεν κράτησε πολύ: κατευθείαν γυρίσαμε σε ένα χρονικό τοπίο στο οποίο στους δρόμους της πόλης αστυνόμοι τρομοκρατούν με τη βία διαδηλωτές, απωθούν γέρους ενώ Χρυσαυγίτες και λοιπά κακοποιά στοιχεία βγαίνουν κρατώντας πιστόλια στο μπαλκόνι και τρομοκρατούν τον κόσμο.

Και ενώ έχω την επίγνωση ότι πρέπει να κάνω υπομονή για να διαπιστώσω αν η γραμμένη γνώμη μου όλη την εβδομάδα του δημοψηφίσματος μπορεί να με κάνει να ανακουφιστώ τελικώς- αν και προφανώς θεωρώ ότι η κάθε ψήφος είναι θέμα του χαρακτήρα που θέλεις να έχεις- νομίζω ότι τελικά έκανα λάθος στο να θεωρώ ότι εκ των έσω θα παραμείνει σεβαστή με κάθε κόστος η ελευθερία του πολίτη, που τόσο είχε λεηλατηθεί τα προηγούμενα χρόνια και, μάλιστα, χωρίς να υπάρχουν εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα τρομοκρατικές επιθέσεις, όπως εκείνη που, παραδείγματος χάρη, δέχθηκε το Λονδίνο το 2005. Και ενώ δεν έχω διάθεση να κατηγορήσω επί του πρακτέου ό,τι πιστεύει ο καθένας, είμαι αναγκασμένος να πω ότι έπεσα έξω σε ό,τι θεωρούσα ότι θα είναι η απαρχή μιας μοντέρνας δυτικής πόλης στον τρόπο που οι πολίτες δεν θα αυθαιρετούν και που οι αστυνομικοί δεν θα προσπαθούν να επιδείξουν την τρομακτική εξουσία τους δι’ ασήμαντον αφορμή. Σε αυτή τη σκέψη απέτυχα παταγωδώς.

—————

—————


Ό,τι του φανεί

/album/%cf%8c%2c%cf%84%ce%b9-%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%86%ce%b1%ce%bd%ce%b5%ce%af/i-m-not-always-right-but-i-m-never-wrong-jpg/

—————